Τρίτη 8 Μαρτίου 2011

Καπουρτζούδη Χριστίνα "Ελπίδα"

«Ελπίδα»
 
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ Όσο κι αν δεν θέλω να θυμάμαι αυτή την ιστορία καλοί μου φίλοι θα πρέπει να τη μοιραστώ μαζί σας. Έχουν περάσει φυσικά
7 χρόνια, όμως αυτές οι εμπειρίες μένουν χαραγμένες στη μνήμη κάθε παιδιού για πάντα. Όλοι λένε πως τα παιδικά και εφηβικά χρόνια είναι τα καλύτερα της ζωής μας, γεμάτα ανεμελιά και παιχνίδια. Όπως κάθε μεγάλος σε αυτόν τον πλανήτη και τον κόσμο, φαντάζομαι κάνει λάθος.
Η ιστορία που ακολουθεί δεν αφορά δικές μου εμπειρίες, αλλά εμπειρίες μιας καλής μου φίλης. Της Ελπίδας. Κάθε μέρα δίναμε ραντεβού έξω από το σπίτι μου. Ερχόταν και με έπαιρνε πάντα μια ώρα πιο μπροστά από την ώρα του ραντεβού και ήταν πάντα τρομαγμένη και λαχανιασμένη. Γι’ αυτό κι εγώ της έβγαλα το παρατσούκλι Καπετάν Τρομάρας. Πού να ήξερα όμως γιατί ήταν έτσι!
Μια μέρα σαν τις άλλες η Ελπίδα δεν ήρθε στο ραντεβού. Έτσι πήρα την πρωτοβουλία να πάω σπίτι της, μήπως έπαθε κάτι. Το σπίτι της ήταν στη Σκοτεινή Λεωφόρο, ένα πολύ περίεργο και σκοτεινό μέρος. Δεν πήγαινα συχνά σπίτι της. Φοβόμουν. Και δεν ήμουν η μόνη. Έχω την εντύπωση πως και αυτή φοβόταν, αλλά ποτέ δεν αναρωτήθηκα γιατί. Μετά από κανένα δεκάλεπτο περπάτημα έφτασα στη
Σκοτεινή Λεωφόρο. Όλα τα σπίτια είχαν μαύρα παράθυρα, μαύρες κουρτίνες και πόρτες, που ίσα-ίσα διέκρινες κανένα θαμπό φως από καμιά χαραμάδα των μαύρων κατάμαυρων πατζουριών. Έπεφτα συνέχεια πάνω σε κολόνες και σχισμές του πεζοδρομίου. Κατάφερα να φτάσω στην είσοδο του σπιτιού της Ελπίδας ζωντανή, με όλα τα μέλη του σώματός μου στη θέση τους. Πάτησα το κουδούνι και ο τσιριχτός ήχος του θυροτηλέφωνου βούιξε σαν μέλισσα μέσα στα αυτιά μου.
-Την Ελπίδα θα ήθελα, η Άννα είμαι. Απάντησα όσο πιο γλυκά μπορούσα. -Είναι άρρωστη. Δεν μπορεί να σου μιλήσει καλή μου, είπε βιαστικά η μητέρα της. -Μήπως θα μπορούσα να της μιλήσω? -Λυπάμαι καρδιά μου, είναι πραγματικά εξαντλημένη. Θα τα πείτε και στο σχολείο, Άννα μου, όταν νιώσει καλύτερα, είπε η μητέρα της προσπαθώντας να με ξεφορτωθεί με ευγενικό τρόπο. -Εντάξει κυρία Γιαννούλα. Τα περαστικά μου πείτε της, είπα κι έφυγα. Ήξερα πως κάτι μου έκρυβε η μητέρα της. Ανυπομονούσα να τη δω τη Δευτέρα στο σχολείο για να μου τα πει όλα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ Η Δευτέρα έφτασε γρήγορα. Έβρεχε, οπότε με πήγε σχολείο η μητέρα μου με το αυτοκίνητο. Η Ελπίδα ήταν εκεί. Με χαλαρό ύφος, δίχως να θέλω να δώσω ιδιαίτερη βαρύτητα, τη ρώτησα για την αρρώστια της. Εκείνη ταράχτηκε και είπε πως δεν ήταν τίποτα. Φυσικά δεν την πίστεψα. Είμαι αρκετά έξυπνη για να καταλάβω πότε έχει πρόβλημα η κολλητή μου. Έτσι επέμενα. Αυτή τη φορά όμως με αυστηρότητα, τέτοια αυστηρότητα που μου θύμιζα τη μάνα μου. Τότε τρομοκρατήθηκα εγώ, αλλά κατάφερα να αποβάλλω αυτή τη φριχτή ομοιότητα από το μυαλό μου... 

Εκείνη μου απάντησε:
-Ωχ παιδάκι μου αλήθεια σου λέω τίποτα δεν έγινε! Φαινόταν ενοχλημένη με την επιμονή μου.
-Ελπίδα, κορίτσι μου δεν μπορείς να μου κρυφτείς. Σε ξέρω καλύτερα από τον καθένα!
-Πες μου τι συμβαίνει, θα σε καταλάβω και θα σε στηρίξω! Είπα
-Δεν καταλαβαίνεις τι γίνεται! Δεν μπορεί να αλλάξει τίποτα! είπε νευριασμένη πλέον.
-Θα σε καταλάβω γιατί είμαι φίλη σου!! Θα τα καταφέρουμε μαζί! Όπως πάντα!
Βουρκωμένη και φανερά ανήσυχη και ταλαιπωρημένη μου εξήγησε την ιστορία της.
Τα λόγια της συνοδεύονταν από αναστεναγμούς γεμάτους απόγνωση και τρόμο. Μπορεί να τα μεγαλοποιώ αλλά έτσι ένιωθα εκείνη τη στιγμή.
Εδώ και αρκετό καιρό κάποια παιδιά μεγαλύτερα από την ίδια την περιμένουν έξω από το σπίτι της, αλλά και έξω από το σχολείο για να τη δείρουν. Ως τώρα της έχουν ματώσει δυο φορές τη μύτη και της έχουν σπάσει το χέρι. Και όλα αυτά κάτω από τη μύτη μου!! Πώς και δεν το πήρα είδηση! Ειλικρινά απορούσα με τον εαυτό μου για αυτή μου την απροσεξία. Την απειλούν συνέχεια πως θα της κάνουν κι άλλο κακό για να πληρώσει για όσα τους έκλεψε ο αδερφός της. Θα τους τα επέστρεφε έλεγε τα λεφτά αλλά τελικά έφυγε με αυτά και δεν τον ξαναείδαν. Η μητέρα της δεν έχει τόσα λεφτά για να τους τα δώσει, αλλά ούτε και τη δύναμη να τους αντιμετωπίσει οπότε η Ελπίδα μένει μόνη. Μόνη και ανυπεράσπιστη. Χθες την περίμεναν έξω από το σπίτι της. Ήταν τρείς. Τα χτυπήματα πολλά και οι μελανιές ακόμα περισσότερες. Μου τις έδειξε. Η μέση της είχε ένα έντονο μοβ με μαύρο χρώμα. Ο δεξής της ώμος είχε γρατζουνιές και μώλωπες. Μόλις τα είδα και τα άκουσα όλα αυτά δάκρυσα. Ένιωθα και κάπως υπεύθυνη μπορώ να πω. Όμως ήξερα πως έπρεπε να κάνω κάτι γι’ αυτό, οπότε, μόλις τελείωσε το σχολείο, πήρα την Ελπίδα από το χέρι και πήγα σπίτι μου για να καταστρώσουμε ένα σχέδιο. Το σχέδιο Διάσωσης της Ελπίδας.
 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ Μόλις φάνηκε το σπίτι μου αρχίσαμε κι οι δυο το τρέξιμο και σε ένα λεπτό βρεθήκαμε στην είσοδο. Ο πατέρας, που άκουσε τον ήχο και τη βαβούρα που κάναμε με τα λαχανιάσματα μας είχε ήδη ανοίξει τη μεγάλη καφέ μας πόρτα. -Το φαγητό είναι έτοιμο! Ελπίδα κάτσε και φάε μαζί μας σήμερα. Θα συνεννοηθώ εγώ με τη μητέρα σου, πρότεινε ευγενικός ο μπαμπάς μου.
Ήταν η τέλεια δικαιολογία που μας έβγαλε και από τη δύσκολη θέση να σκεφτούμε κι άλλες. Έτσι είπαμε το εντάξει με ένα στόμα μια φωνή.
Αφού φάγαμε το υπέροχο φαγητό της μητέρας μου πήγαμε σφαίρα στο δωμάτιο μου. Καθίσαμε στο μαλακό ροζ κρεβάτι μου για να αποφασίσουμε τι θα κάνουμε.
Μετά από δύο ώρες καταλήξαμε τελικά σε ένα αξιοπρεπές και σίγουρο κατά τη γνώμη μας σχέδιο. Αύριο θα τους συναντούσαμε έξω από το σχολείο μιας και την περιμένουν πάντα εκεί. Ο πατέρας μου, αφού είναι και αστυνομικός, θα είναι κρυμμένος πίσω από τα δέντρα που υπάρχουν στη περίφραξη του σχολείου και θα παραμονεύει για να τους πιάσει στα πράσα να διαπράττουν τον εκφοβισμό ή ακόμα και να γίνονται βίαιοι εναντίον μας. Όταν λοιπόν γίνει αυτό, ο πατέρας θα εμφανιστεί και θα τους απειλήσει με σύλληψη! Έτσι αυτοί θα τρομάξουν, θα αφήσουν ήσυχη την Ελπίδα και θα γίνουν όλα όπως πριν.
Το είπαμε στον πατέρα και στην αρχή μας κατσάδιασε, γιατί του κρύψαμε την αλήθεια. Όταν φυσικά άκουσε το σχέδιο, συμφώνησε. Το μόνο που έμενε να κάνουμε ήταν να περιμένουμε να ξημερώσει η νέα μέρα. Η πιο σημαντική.
 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ
Η μέρα ξημέρωσε με άγχος και ανυπομονησία. Άγχος, γιατί φοβόμουν μήπως όλα πάνε λάθος και ανυπομονησία, γιατί δεν έβλεπα την ώρα να τελειώσουν όλα αυτά. Ετοιμάστηκα και περίμενα να περάσει από το σπίτι η Ελπίδα, πράγμα που δεν έγινε. Έτσι πήγα με τον μπαμπά μου να δούμε, γιατί άλλαξε γνώμη. Όταν φτάσαμε έξω από το σπίτι της στη Σκοτεινή Λεωφόρο, την είδαμε να κλαίει στα σκαλιά της εισόδου το σπιτιού της. Το κλάμα της ήταν σαν μοιρολόι και αντηχούσε σε όλο το δρόμο.
-Τι κάνεις Ελπίδα; Τι συμβαίνει;
-Φοβάμαι, δεν θα τα καταφέρουμε, είπε με κατεβασμένο το κεφάλι.
-Όλα θα πάνε καλά! Εγώ είμαι εδώ, είπε ο πατέρας μου στοργικά.
-Δεν είσαι μόνη σου πια, εμείς θα σε προστατέψουμε!, συμπλήρωσε.
-Εντάξει, θα έρθω, δήλωσε αποφασισμένη πλέον και σηκώθηκε να φύγουμε για το σχολείο.
Όταν με το καλό πλησιάσαμε ο πατέρας με αθόρυβες κινήσεις κρύφτηκε πίσω από τα δέντρα. Τα αγόρια ήταν εκεί. Περίμεναν την κατάλληλη στιγμή για να μας πειράξουν.
Καθώς πλησιάζαμε κρατώντας η μία το χέρι της άλλης ένας από αυτούς χαστούκισε την Ελπίδα. Τότε ξεπρόβαλλε ο πατέρας μου και άρχισε να τους μαλώνει και να τους απειλεί με σύλληψη. Εκείνοι φοβισμένοι άρχισαν να απολογούνται και να ορκίζονται πως θα μας αφήσουν ήσυχες. Ρίξαμε κάτι γέλια μόλις είδαμε τους νταήδες να κλαψουρίζουν, που μας πονούσε το στομάχι μισή ώρα.
Τελικά όλα φτιάξανε με το πέρασμα του χρόνου και ο φόβος καταπολεμήθηκε. Πλέον όλοι μας ζούμε χωρίς να φοβόμαστε και συνεχίζουμε να στηρίζουμε η μια την άλλη.
 

Δευτέρα 7 Μαρτίου 2011

Σκόντα Αναστασία "Κούλα, η πονεμένη ιστορία!!!"

Κούλα, η πονεμένη ιστορία!!!
 
Κεφάλαιο 1ο
 
Λίγα λόγια για την Κούλα
 
Η Κούλα ήταν ένα κορίτσι 17 χρονών και ζούσε στην πόλη των Γιαννιτσών. Πήγαινε γυμνάσιο ακόμα επειδή είχε μείνει σε 2 τάξεις. Ακόμα της άρεσε να βλέπει ταινίες του Χάρι Πότερ και αν και είναι περίεργο είχε διαβάσει όλα τα βιβλία της σειράς.
 Οι γονείς της, δύο καταπληκτικοί άνθρωποι, δούλευαν ώρες ατελείωτες για να μπορούν και να εξασφαλίζουν τα απαραίτητα, εφόσον η Κούλα σπαταλούσε χρήματα συνέχεια σε καινούρια ρούχα και παπούτσια. Όσες φορές και να την είχαν μαλώσει αυτή απλά τους αγνοούσε. Οι γονείς της είχαν καταλάβει ότι δεν μπορούσαν να κάνουν κάτι άλλο και γι’ αυτό ήλπιζαν πως κάποια μέρα η Κούλα θα καταλάβαινε  ότι ήταν πολυέξοδη και όταν αποκτούσε οικογένεια θα σταματούσε το ,όπως το έλεγε, shopping therapy.  
 Επίσης η Κούλα είχε ένα όνειρο, να γίνει δασκάλα. Όλοι φυσικά την κορόιδευαν λέγοντας της πως κάτι τέτοιο είναι αδύνατο. Εκείνη όμως δεν το έβαζε κάτω και επιδίωκε κάποια μέρα να μπει σε αίθουσα σχολείου όχι ως μαθήτρια αλλά ως εκπαιδευτικός.


 
Κεφάλαιο 2ο
 
Οι διακοπές της Κούλας
 
Ήταν καλοκαίρι και η Κούλα, εφόσον της το επέτρεψαν οι γονείς της, είχε κανονίσει να επισκεφτεί με τις φίλες της ένα από τα ωραιότερα  νησιά του Ιονίου, τη Ζάκυνθο. Ήταν κατενθουσιασμένη με αυτές τις διακοπές επειδή ήταν η πρώτη φορά που θα πήγαινε διακοπές με τις φίλες της.
Οι διακοπές της ξεκίνησαν τον Αύγουστο. Είχε ετοιμάσει  από την προηγούμενη  μέρα την βαλίτσα της και αισθανόταν πως αυτό το καλοκαίρι θα συνέβαινε κάτι το διαφορετικό, κάτι που θα σημάδευε τη ζωή της και θα δεν θα το ξεχνούσε ποτέ.
Το πρωί στις 2 Αυγούστου η Κούλα συναντήθηκε με τις φίλες της στο Κτελ. Είχαν συνεννοηθεί με ένα τουριστικό γραφείο να τις μεταφέρει στη Ζάκυνθο. Όταν έβαλαν όλες τις βαλίτσες τους στη μπαγκαζιέρα  του λεωφορείου επιβιβάστηκαν και ήταν έτοιμες να ζήσουν μια εμπειρία που νιώθεις για πρώτη φορά όταν πας διακοπές με τους φίλους σου.
Καθ’ όλη τη διάρκεια του ταξιδιού η Κούλα συζητούσε με τις φίλες της για το τι θα έκαναν όταν θα επισκέπτονταν τη Ζάκυνθο. Αν και υπήρχαν διαφωνίες στο ποιες παραλίες θα επισκέπτονταν τελικά κατέληξαν να επισκεφτούν  τη παραλία του Λαγανά όπου εμφανίζονταν οι θαλάσσιες χελώνες καρέτα καρέτα, το Ναυάγιο με τα γαλαζοπράσινα νερά και τις λευκές πέτρες και τον Μακρύ Γιαλό. Οι μέρες που θα κάθονταν στη Ζάκυνθο ήταν μόνο πέντε και έτσι δεν είχαν πολλές επιλογές. Ήθελαν να επισκεφτούν τα πιο ωραία μέρη αυτού του νησιού,  μέρη για τα οποία είχαν ακούσει καλά λόγια.
Αρχικά πέρασαν τον νομό Πέλλας και βρέθηκαν στον νομό Κοζάνης. Μετά από αρκετές ώρες έφτασαν στην Πελοπόννησο και από εκεί πήραν το πλοίο για να περάσουν στην απέναντι όχθη.
Αφού επιβιβάστηκαν στο πλοίο κάθισαν στην πλώρη του πλοίου. Ένα αεράκι ανακάτευε τα μαλλιά της Κούλας και αυτή χαρούμενη έβγαζε φωτογραφίες τις φίλες της και το γαλάζιο τοπίο που επικρατούσε γύρω της.
Μετά από μία ώρα σχεδόν κατέβηκαν από το πλοίο και ανακουφίστηκαν που έφτασαν σώες και αβλαβείς. Όταν παρέλαβαν τις αποσκευές τους πήραν ένα από τα πολλά ταξί που καρτερούσαν με ανυπομονησία να μεταφέρουν τουρίστες.
Το ξενοδοχείο στο οποίο είχαν κάνει κράτηση βρισκόταν στην Δροσιά. Έτσι μετά από λίγη ώρα το ταξί τους είχε μεταφέρει εκεί .
Η Κούλα όταν μπήκε στο ξενοδοχείο χάρηκε. Όσο περνούσε η ώρα όλο και περισσότερο ανυπομονούσε να ανακαλύψει τις ομορφιές του νησιού αλλά και να πραγματοποιήσει όλα εκείνα τα σχέδια που είχε κάνει με τις φίλες της.
Όταν μπήκαν στο δωμάτιο η Κούλα ξάπλωσε στο κρεβάτι και παρότρυνε τις φίλες της να κάνουν το ίδιο. Στη συνέχεια κοιμήθηκε επειδή ήδη ήταν βράδυ και αυτή εξαντλημένη. Την επομένη θα επισκέπτονταν την παραλία του Μακρύ Γιαλού.
Ένα χτύπημα από ξυπνητήρι και μετά μια χαρούμενη φωνή που φώναζε ‘’Ξυπνήστε!’’ χαρακτήριζαν το επόμενο πρωί. Η Κούλα αρχικά τρόμαξε αλλά μετά συνειδητοποίησε τι είχε συμβεί και έτσι σηκώθηκε από το κρεβάτι.
-Βγείτε από το μπάνιο όλες! είπε η Κούλα και με μια αστραπιαία κίνηση πήρε το μαγιό της και κατευθύνθηκε στο μπάνιο.
Έτσι ετοιμάστηκε και ακολούθησε τις φίλες της που είχαν κατέβει ήδη στην αίθουσα όπου σερβιριζόταν το πρωινό. Αφού πήρε ένα δίσκο και έβαλε το πρωινό της κάθισε στο τραπέζι και είπε:
-Λοιπόν είστε έτοιμες; Σήμερα είναι η πρώτη μέρα που θα πάμε σε μια παραλία μόνες, χωρίς γονείς.
Και τότε όλες αναφώνησαν με μία φωνή:
-Ναιιιιιιιιιιιιι!!!!!!
Έπειτα πήραν όλες μαζί πρωινό και συζήτησαν τι θα έκαναν!
Για τη μεταφορά τους στην πόλη είχαν νοικιάσει ένα μικρό αυτοκίνητο, το οποίο θα το οδηγούσε η μεγαλύτερη της παρέας. Η Κούλα κρατούσε έναν τοπικό χάρτη και έδινε οδηγίες:
-Στρίψε δεξιά! Όχι όχι αριστερά και μετά δεξιά! και όλες γελούσαν.
Τελικά μετά κόπων και βασάνων έφτασαν στον Μακρύ Γιαλό. Η Κούλα κρατώντας ένα στρώμα θαλάσσης και μια ψάθα έτρεξε στην παραλία που ήταν γεμάτη πέτρες, όπως άλλωστε και όλες οι παραλίες τις Ζακύνθου, και είπε με τσιριχτή φωνή:
-Επιτέλους!!!!!!
Η Κούλα και οι φίλες της, εφόσον έστρωσαν τις ψάθες και έβαλαν την ομπρέλα θαλάσσης, έβαλαν αντηλιακό. Αρχικά έκαναν ηλιοθεραπεία αλλά σε κάποια στιγμή η Κούλα κάηκε από τις καυτές ακτίνες του ήλιου και γι’ αυτό μπήκε στην αρκετά κρύα θάλασσα. Το παράδειγμα της ακολούθησαν και οι φίλες της.
Όταν χόρτασαν το κολύμπι και τις βουτιές τα κορίτσια, εκτός από την Κούλα που δεν ήξερε κολύμπι και καθόταν στα ρηχά, βγήκαν έξω και σκουπίστηκαν με τις πετσέτες. Αργότερα αποφάσισαν να παίξουν beach volley αλλά τελικά κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι το βόλλεϊ ήταν επίπονο και όχι διασκεδαστικό, επειδή πατούσαν πάνω στις καυτές πέτρες και δεν μπορούσαν να κινηθούν με ευκολία. Γι’ αυτόν τον λόγο είπαν να αναβάλλουν το βόλλεϊ για κάποια άλλη φορά και να πάνε σε μία ταβέρνα για να δειπνίσουν.
Αφού χόρτασαν και από φαγητό μάζεψαν την ομπρέλα και τις ψάθες και πήραν τον δρόμο της επιστροφής.
Στο ξενοδοχείο έφτασαν απόγευμα, εφόσον αντί για GPS προτίμησαν και πάλι την Κούλα. Σημασία είχε ότι διασκέδαζαν αλλά και ότι περιηγήθηκαν στην δυτική πλευρά του νησιού ενώ η Δροσιά βρισκόταν στην ανατολική.
Μετά από μια εξαντλητική μέρα και αφού έκαναν μπάνιο στο ξενοδοχείο κατά τις 8 το βράδυ πήγαν στο εστιατόριο,  που βρισκόταν στην πίσω αυλή. Τότε η Κούλα τις πρότεινε να κάνουν μια βόλτα έτσι ώστε να γνωρίσουν λίγο καλύτερα το νησί.
Κατά την διάρκεια της βόλτας τους είδαν πολλά μαγαζιά αλλά και πολλούς ανθρώπους. Ψώνισαν, γέλασαν, διασκέδασαν και κάθισαν για λίγο στην πλατεία της πόλης. Ακόμα πήγαν σε ένα κλαμπάκι και τελικά κατά τις 2 το βράδυ αισθάνθηκαν κουρασμένες και γύρισαν στο ξενοδοχείο. Έτσι τέλειωσε και η δεύτερη μέρα των διακοπών. Τους είχαν απομείνει άλλες τρεις.
Πρωί της τρίτης μέρας, για την ακρίβεια μεσημέρι, και τα κορίτσια ξύπνησαν με διάθεση για μια μέρα γεμάτη διασκέδαση. Εφόσον είχε τελειώσει η ώρα που σέρβιραν το πρωινό τα κορίτσια αγόρασαν το πρωινό τους από τον διπλανό φούρνο και ανέβηκαν στο αυτοκίνητο με προορισμό την παραλία του Λαγανά.
Καθώς κατευθύνονταν στην αμμουδιά, τους σταμάτησε μια οργάνωση που προστάτευε αυτό το είδος των χελωνών και τις ενημέρωσε πως έπρεπε να αποχωρήσουν από την παραλία πριν από την δύση του ηλίου, επειδή τότε εμφανίζονταν οι χελώνες. Η Κούλα εκτός των άλλων ήταν και ζωόφιλη και γι’ αυτό τους διαβεβαίωσε ότι θα ακολουθούσαν τις συμβουλές τους.


 
Κεφάλαιο 3ο
 
Η Κούλα σε κίνδυνο!
 
Η Κούλα ύστερα από αυτήν την ενημέρωση κατευθύνθηκε προς την παραλία όπου υπήρχαν ήδη τοποθετημένες ξαπλώστρες και ομπρέλες.
-Να επιστρέψουμε τις ομπρέλες και τις ψάθες στο αμάξι. Δεν θα μας χρειαστούν. ενημέρωσε τις φίλες της.
Επιστρέφοντας η Κούλα παρατήρησε πως πιο κάτω υπήρχαν θαλάσσια ποδήλατα, με τα οποία μπορούσαν να πάνε στα βαθιά της θάλασσας και να δουν θαλάσσιες χελώνες. Όλα τα κορίτσια συμφώνησαν και έτσι νοίκιασαν ένα για τις θαλάσσιές τους εξορμήσεις.
Μπροστά, στα πηδάλια, κάθισε η Κούλα και μια από τις τέσσερις φίλες της. Πέρασαν 20 λεπτά και η Κούλα τις ανακοίνωσε πως κουράστηκε και τότε άλλαξε θέση με μια φίλη της. Πέρασαν άλλα 10 λεπτά και:
-Μια χελώνα κορίτσια! φώναξε η Κούλα.
Όλες γύρισαν και είδαν μία πελώρια χελώνα να βρίσκεται δίπλα στο θαλάσσιο ποδήλατό τους.
-Κούλα βγάλε φωτογραφία την χελώνα! την παρακίνησαν οι φίλες της.
-Δεν μπορώ από εδώ θα πάω πιο κοντά. είπε
Και τότε για να βγάλει μια φωτογραφία έσκυψε τόσο πολύ που τελικά ακούστηκε ένα πλουφ! Ήταν η Κούλα που είχε πέσει στην θάλασσα.
-Δεν ξέρω κολύμπι! είπε η Κούλα
-Πιάσου από το χέρι μου! της παρότρυνε μια φίλη
Όμως η Κούλα εκείνη τη στιγμή είχε <<παγώσει>>. Δεν ήξερε τι να κάνει. Ήταν έτοιμη για τα χειρότερα.
 
              
Κεφάλαιο 4ο
Η διάσωση
 
Τα κορίτσια βλέποντας την Κούλα να τα έχει <<χάσει>>  τρομοκρατήθηκαν. Μη ξέροντας τι να κάνουν είδαν από μακριά κάποια αγόρια να κάνουν και εκείνα θαλάσσιο ποδήλατο.
-Βοήθεια! Βοήθεια! Η φίλη μας έπεσε στην θάλασσα και δεν ξέρει κολύμπι! πήρε το θάρρος και είπε ένα κορίτσι.
Τότε ένα από τα αγόρια βούτηξε και κατευθύνθηκε προς το μέρος της Κούλας.
-Πρέπει να είναι κολυμβητής. υπέθεσε η Κούλα που μισοέβλεπε ανάμεσα από τα κύματα το αγόρι να καταφτάνει με μεγάλη ταχύτητα.
Λίγη ώρα σιωπής και ύστερα:
-Σ’ έπιασα! ακούστηκε το αγόρι που είχε πιάσει την Κούλα και την είχε ανεβάσει στο ποδήλατο.
Η Κούλα τότε άρχισε να βήχει, είχε πιει πολύ νερό άλλωστε την ώρα που ήταν στην θάλασσα.
-Είσαι καλά; ρώτησε το αγόρι
-Ναι πολύ καλύτερα από εκεί! Ευχαριστώ! απάντησε η Κούλα.
-Πώς σε λένε; την ρώτησε το αγόρι.
-Κούλα. είπε
Ήταν η πρώτη φορά που αισθανόταν την καρδιά της να χτυπά τόσο δυνατά. Αυτό δεν οφειλόταν φυσικά στο ατύχημα που είχε. Αυτός ο χτύπος διέφερε από κάθε άλλο χτύπο. Ήταν όπως τον χτύπο που έχεις όταν βρίσκεσαι σε αμηχανία, όπως τον χτύπο του έρωτα.
Ύστερα από λίγο συνέχισε:
-Εσένα πως σε λένε;
-Σπύρο. απάντησε το αγόρι με ένα χαμόγελο. Αλήθεια πώς έπεσες στην θάλασσα;
Στη συνέχεια η Κούλα του διηγήθηκε τι είχε μεσολαβήσει ενώ ταυτόχρονα τα κορίτσια έκαναν πηδάλι. Μετά από λίγα λεπτά βρέθηκαν και πάλι στην αμμουδιά και γεμάτη χαρά η Κούλα ανακοίνωσε πως δεν θα έμπαινε ποτέ σε θάλασσα τόσο βαθιά, ειδικά με ποδήλατο.
-Λοιπόν Κούλα ελπίζω να τα ξαναπούμε! Χάρηκα για την γνωριμία. είπε ο Σπύρος και με ένα χαμόγελο έφυγε.


 
Κεφάλαιο 5ο
 
Ο έρωτας της Κούλας
 
-Ερωτεύτηκα! ανακοίνωσε στα κορίτσια η Κούλα
Τα κορίτσια μπερδεμένα ανέβηκαν στο αυτοκίνητο και της είπαν ότι θα το συζητούσαν στο ξενοδοχείο.
Καθώς βρίσκονταν στον δρόμο για το ξενοδοχείο η Κούλα κοιτούσε σαν να ήταν χαμένη σε έναν άλλο κόσμο. Οι φίλες της παρ’ όλες τις προσπάθειες που κατέβαλλαν δεν κατάφεραν τίποτα. Μόνο όταν έφτασαν στο δωμάτιο και ρώτησε μία:
-Για πες λοιπόν τί έγινε με τον Σπύρο; Ξεκίνησε να μιλάει.
-Είναι από εδώ και είναι ένα χρόνο μεγαλύτερός μου!
-Και σπουδάζει ιατρική, ε ;
-Ναι, σπουδάζει ιατρική! Στο Λονδίνο!
-Το ακούσαμε! Και εμείς ήμασταν μαζί σου αν θυμάσαι. απάντησαν όλες μαζί.
-Α ναι. Το είχα ξεχάσει.
-Και τί θα κάνεις;
-Δεν ξέρω. Το μόνο που ξέρω είναι που μένει.
-Αύριο πρωί πρωί θα τον επισκεφτούμε τότε!
-Αλήθεια; Κορίτσια είστε πραγματικές φίλες.
-Καληνύχτα, αύριο έχουμε να ξυπνήσουμε νωρίς.
-Καληνύχτα! Ευχήθηκε η Κούλα και με το που έκλεισε τα μάτια της την πήρε ο ύπνος.


 
 
 
Κεφάλαιο 6ο
Η συνάντηση Κούλας-Σπύρου
 
Πρωί πρωί της τέταρτης μέρας των διακοπών ακούστηκε μια φωνή:
-Άντε κορίτσια ξυπνήστε! 8 πήγε!
Ήταν η Κούλα που από τον ενθουσιασμό της είχε ήδη ντυθεί και τραβούσε τις φίλες της να σηκωθούν απ’ το κρεβάτι.
Πέρασε ένα μισάωρο και η Κούλα δεν άντεχε άλλο:
-Άντε κορίτσια ακόμα να ετοιμαστείτε;
-Φύγαμε! της ανακοίνωσαν τα κορίτσια και η Κούλα ησύχασε.
Τα κορίτσια αφού μπήκαν στο αυτοκίνητο ρώτησαν την Κούλα:
-Πού είπες πως μένει;
-Στις Αλυκές!
-Οκ σε 10 λεπτά το πολύ θα έχουμε φτάσει!
10 λεπτά ησυχίας. 10 λεπτά ατελείωτα ακολούθησαν. Η καρδιά της Κούλας χτυπούσε όλο και περισσότερο. Ήξερε ότι σε λίγο θα βρισκόταν κοντά του.
-Εδώ μένει! Ακούστηκε η Κούλα.
-Ωραία! Κατέβα ντε τι περιμένεις; Την παρακίνησαν τα κορίτσια.
Η Κούλα πήρε μια βαθιά αναπνοή και:
-Καλή τύχη Κούλα! Είμαστε μαζί σου! Της ευχήθηκαν.
Αυτά σκεφτόταν η Κούλα. Παράλληλα ο Σπύρος βρισκόταν στο δωμάτιό του όταν κοίταξε από το παράθυρο:
-Ωχ, η Κούλα! Τι να κάνω τώρα; Δεν προλαβαίνω να φύγω! Θα ανοίξω την πόρτα και ας γίνει ότι είναι να γίνει!
 
<<Ντρινννννννννν>> ακούστηκε το κουδούνι της πόρτας του σπιτιού του Σπύρου.
 
-Αργεί να ανοίξει την πόρτα. Σκέφτηκε η Κούλα.
Τότε όμως από εκεί που δεν το περίμενε, ο Σπύρος άνοιξε την πόρτα.
-Επ, τι κάνεις; Πώς κι από δω;
-Σκέφτηκα πως θα είχες λίγο χρόνο να με ξεναγήσεις στο νησί. Τί λες;
-Εμ, ναι γιατί όχι; Περίμενε μόνο να πάρω τα κλειδιά του αυτοκινήτου.
-Οκ!
Με μία αστραπιαία κίνηση ο Σπύρος πήρε τα κλειδιά από το τραπέζι ενώ σκεφτόταν:                                
Επεξήγηση με σύννεφο: Τί να με θέλει άραγε; Πάντως δεν πιστεύω να ήρθε  μόνο για βόλτα. 
cartoon_boy.gif
 
 
 
 
-Έτοιμος. Λοιπόν; Πάμε;
-Ναι. Πού θα με πας; Αχ πάμε στην παραλία όπου πρωτογνωριστήκαμε;
-Εεεε ναι. Είπε ο Σπύρος ενώ ταυτόχρονα σκεφτόταν:
-Κάτι δεν πάει καλά! Για κάποιον άλλο λόγο ήρθε. Όμως για τι;
-Περάστε! Είπε ο Σπύρος όταν άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου και η Κούλα ανταπέδωσε με ένα χαμόγελο.
Μπήκε και ο Σπύρος στο αμάξι και η Κούλα άνοιξε το ραδιόφωνο.
 
 
-Δεν πιστεύω να σε πειράζει; Ρώτησε η Κούλα που είχε βάλει έναν σταθμό με ερωτικά τραγούδια και τα σιγοτραγουδούσε.
-Όχι, καθόλου. Είπε ο Σπύρος ενώ είχε αρχίσει να υποψιάζεται ότι η Κούλα μάλλον τον είχε ερωτευτεί.
 
Έφτασαν στην παραλία του Λαγανά και η Κούλα αναφώνησε:
-Να ‘μαστε πάλι!
-Κούλα πάω να πάρω καφέ θέλεις τίποτα;
-Ναι θα ‘θελα ένα milkshake.
-Απορώ αυτό το milkshake το είχε και στο χωριό της; Σκεφτόταν ο Σπύρος ενώ κατευθυνόταν προς μια καφετέρια.
423.jpg-Τώρα τί να κάνω; Σκεφτόταν η Κούλα που είχε μείνει στην παραλία. Πρέπει να κάνω κάτι για να του δείξω πως τον αγαπώ. Το βρήκα! Είπε χαρούμενη η Κούλα.
-Αυτή η καρδιά είναι ο τρόπος με τον οποίο θα του δείξω πως αισθάνομαι κάτι! Σκέφτηκε.
-Ήρθα! Ε Κούλα τί είναι αυτό;
-Σπύρο θα σου μιλήσω ειλικρινά. Από τη μέρα που σε γνώρισα σε σκέφτομαι συνέχεια! Αυτός είναι ένας τρόπος για να σου δείξω την αγάπη μου!
-Ναι Κούλα μου νομίζω πως πρέπει να μιλήσουμε γιατί μάλλον παρεξήγησες μερικά πραγματάκια!
-Όπως; Τί δεν σου άρεσε η καρδιά; Θα σου φτιάξω κι άλλες! Πολλές!
-Δεν με απασχολεί η καρδιά που έφτιαξες.
 - Ε τότε τί;
-Κοίτα επειδή σε έσωσα δεν σημαίνει πως τα φτιάξαμε! Δεν λέω είσαι καλή, χρυσή αλλά….
-Αλλά τί; Δεν σου αρέσω;
-Ακόμα είσαι μικρή και πας σχολείο. Εγώ σπουδάζω στο Λονδίνο. Δεν μπορούμε να είμαστε μαζί.
-Θα παρατήσω το σχολείο. Αυτός ο έρωτας ποτέ δεν θα πεθάνει.
-Εκτός αυτού Κούλα η αλήθεια είναι πως δεν μου αρέσεις. Συγγνώμη αλλά δεν μου άφησες άλλο περιθώριο.
-Και στο ποδήλατο που ήμασταν και μιλούσαμε; Όταν μου είπες που έμενες μου έκλεισες το μάτι. Γιατί;
-Α εκείνο λες; Είχε ήλιο και δεν μπορούσα να δω καλά. Λυπάμαι αν το παρεξήγησες.
-Δηλαδή δεν με θέλεις;
-Όχι. Εξάλλου έχω ήδη σχέση με μια Ρούλα.
-Τί Κούλα τί Ρούλα; Παράτα τη και εγώ θα σε συγχωρήσω που πήγες με άλλη!
-Κούλα σύνελθε! Δεν σε θέλω πως το λένε; Σε τι γλώσσα θες να σου το πω; I don’t want you! We are over!
-No we aren’t.
- Θα συνεχιστεί πολύ αυτό; Αντίο!
-Όχι, μη φεύγεις ανυπέρβλητε έρωτά μου!
-Κούλα είναι απλώς μια εμμονή. Θες την ιατρική μου συμβουλή; Πάνε σπίτι με το καλό, βγες έξω και γνώρισε κανένα στην ηλικία σου και που θα τραβάει την ίδια τρέλα με σένα! Αντίο!
-Κι αν δεν πιάσει;
-Πάρε αυτό το κουτάκι με τα χάπια και πιες τα όλα μαζεμένα. Θα αισθανθείς πολύ καλύτερα! Αντίο! Ή αν προτιμάς au revoir!
 
Είχε φύγει. Η Κούλα το είχε πάρει απόφαση. Παρά τις μάταιες προσπάθειές της να τον μεταπείσει εκείνος έφυγε. Σκέφτηκε:
-Το γαϊδούρι!
Τότε κάλεσε ένα ταξί και επέστρεψε στο ξενοδοχείο.
-Τί έγινε; Τί σου είπε;
-Μου είπε ότι ακόμα και αν βλέπει όλο το μέλλον του στα μάτια μου πως δεν μπορούμε να ‘μαστε μαζί, γιατί μου αξίζει κάποιος καλύτερος.
-Και εσύ; Τί έκανες;
-Του είπα ‘’Mωρό μου bye’’ και του τραγούδησα ‘’τα περαστικά μου παλιέ έρωτά μου και στην αγκαλιά μου μην έρθεις ξανά. Τα περαστικά μου και πίνω στην υγειά μου. Σ’ έχω ξεπεράσει και είμαι καλά!’’
-Και εκείνος;
-Έφυγε και ένα δάκρυ κυλούσε στο μάγουλό του.
-Α ρε Κούλα όλοι σέρνονται στα πατώματα για χάρη σου!
-Ε καλά! I’m fabulous! I know that! Είπε η Κούλα από ντροπή στις φίλες της.
 
 



Κεφάλαιο 7ο
 
Το τέλος αυτής της πονεμένης ιστορίας
 
Πλέον είχε φτάσει η μέρα της αναχώρησης. Η Κούλα ήταν λυπημένη κι ας προσπαθούσαν οι φίλες της να ανατρέψουν αυτή τη κατάσταση, χωρίς να ξέρουν τον λόγο. Αυτή άλλωστε είχε παρατήσει τον Σπύρο, όπως τις είχε πει. Αφού μάζεψαν τα πράγματά τους πήγαν στο λιμάνι. Μετά από πολλές ώρες ταξιδιού τελικά έφτασαν στο σπίτι τους η καθεμία.
Η μαμά της Κούλας κατάλαβε πως κάτι είχε η κόρη της, παρ’ όλα αυτά απέφυγε να την ρωτήσει τι είχε πάθει. Δεν ήταν όπως τις άλλες φορές που έπαιρνε ένα κακό βαθμό στο σχολείο. Ήταν κάτι πιο έντονο. Κάτι που η μαμά της αποφάσισε να την αφήσει να το ξεπεράσει μόνη της. Όποτε προσπαθούσε να ενδιαφερθεί συνέβαινε το ακόλουθο:
-Κούλα παιδί μου είσαι καλά;
-Go away! Leave me alone!
-Ό,τι πεις παιδί μου!
Από τότε η Κούλα κάθε φορά που κρατούσε στα χέρια της το κουτάκι με τα χάπια  και άκουγε το τραγούδι ‘’Είναι καλοκαίρι και κρυώνω’’ , ένα τραγούδι με βαθύ νόημα, θυμόταν εκείνη την ημέρα. Σκεφτόταν μάλιστα να ακολουθήσει τη συμβουλή του Σπύρου . Παρ’ όλα αυτά σκεφτόταν:
-Κι αν κάποια μέρα γυρίσει και με ψάξει απεγνωσμένα;
Ο Σπύρος απ’ την άλλη είχε βρει την ησυχία του. Είχε γυρίσει στο Λονδίνο όπου συζούσε με την Ρούλα. Από εκείνη την ημέρα αποφάσισε να μην επισκεφτεί ποτέ ξανά την Ζάκυνθο. Πίστευε πως ήταν ένα μέρος που θα του θύμιζε για πάντα εκείνη την παρανοϊκή ημέρα.
ΤΕΛΟΣ

Κυριακή 6 Μαρτίου 2011

Διαγωνισμός Μαρτίου για συγγραφή ιστορίας!!!

Οι καλύτερες ιστορίες θα δημοσιευτούν στην ιστοσελίδα του Μικρού Αναγνώστη, στη θεματική ενότητα Μικρός Συγγραφέας καθώς και στην παιδική ηλεκτρονική εφημερίδα kidpress.gr και οι νικητές θα κερδίσουν δώρα, προσφορά της Ε.Ψ.Υ.Π.Ε., Εταιρείας Ψυχοκοινωνικής Υγείας του Παιδιού και του Εφήβου.
Θέμα:
Έχεις ποτέ υπάρξει εσύ ή κάποιος φίλος σου θύμα εκφοβισμού στο σχολείο, στο παιχνίδι, στο φροντιστήριο; Γράψε μας τις εμπειρίες σου και νίκησε το φόβο!


Γράψε την ιστορία σου, 

αν θέλεις εικονογράφησέ την 

και στείλε τη σε εμάς έως 31/3/2011 

με το ταχυδρομείο στη διεύθυνση: 

          Προς
" Μικρό Αναγνώστη"
Εθνικό Κέντρο Βιβλίου
Αθανασίου Διάκου 4
11742  Αθήνα

Μπορείς ακόμα να χρησιμοποιήσεις e-mail (info@mikrosanagnostis.gr) ή την παρακάτω φόρμα.

Ονοματεπώνυμο

Ηλικία

E-mail

Το παραμύθι σου

 

Περιμένουμε να σε διαβάσουμε, μικρέ συγγραφέα!

ΟΠΟΙΟΣ ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΤΑΙ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΜΠΕΙ ΣΤΗ ΣΕΛΙΔΑ ΤΟΥ ΕΚΕΒΙ (www.ekebi.gr ) ΣΤΟ ΜΙΚΡΟ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ ΚΑΙ ΝΑ ΨΑΞΕΙ ΤΗ ΣΤΗΛΗ: ΓΡΑΨΕ ΚΑΙ ΚΕΡΔΙΣΕ!!!
 

Σοφία Τόσιου " Η Μετάνοια"

          Πολύ παλιά, σε μια μακρινή επαρχία του βασιλείου της Γαλλίας, ζούσε μια οικογένεια πάρα πολύ πλούσια. Μια οικογένεια που με τα χρήματα της θα μπορούσε να αποκτήσει μέχρι και μια ήπειρο!
           Η οικογένεια αυτή ήταν ενός ανθρώπου πολύ υπερόπτη και αλαζόνα. Η γυναίκα του είχε ακριβώς τον ίδιο χαρακτήρα με αυτόν. Τα δυο μικρότερα παιδιά τους ήταν ακριβώς τα ίδια ... αλλά το μεγαλύτερο παιδί τους ήταν ένα τίμιο κορίτσι. Ήταν αξιοπρεπής, γλυκομίλητη, καθόλου κακομαθημένη, λες και δεν άνηκε σε αυτήν την οικογένεια. Στην πραγματικότητα, ντρεπόταν για τους δικούς της και ήθελε να τους αλλάξει...
          Ο πατέρας και η μητέρα της δεν της έδιναν σημασία, γιατί αυτή περιφρονούσε τα πλούτη τους και τους έλεγε συνεχώς πως θα 'πρεπε να αλλάξουν την συμπεριφορά τους. Να γίνουν γενναιόδωροι, σεμνοί, καλύτεροι άνθρωποι. Μα τα λόγια του κοριτσιού, αν και σοφά, δεν έβρισκαν ανταπόκριση. Η προσπάθεια της ήταν μάταιη... Η καημένη... Έμενε κλεισμένη στον εαυτό της, προσπαθώντας να σκεφτεί πως θα κάνει τους γονείς της να καταλάβουν το πόσο λανθασμένη ήταν η συμπεριφορά τους...
         Τα χρόνια πέρασαν, η οικογένεια συνέχισε να ζει με τον ίδιο τρόπο. Τότε ξέσπασε λοιμός στο βασίλειο. Οι άνθρωποι πέθαιναν ο ένας μετά τον άλλο. Εκτός από όλες τις άλλες συμφορές είχε δημιουργηθεί και μια τεράστια οικονομική κρίση. Οι άνθρωποι έχαναν τις περιουσίες τους. Αποτέλεσμα: πόνος, αδικία, κακό...
        Κάπως έτσι ξεκίνησε η τιμωρία της πλούσιας οικογένειας. Ο αλαζόνας άνδρας και η άκαρδη γυναίκα του άρχισαν να χάνουν γρήγορα τα πλούτη τους. Ληστές, διεκδικητές απειλούσαν καθημερινά το παλάτι και ην περιουσία τους. Οι γονείς και τα δυο μικρότερα παιδιά τους έχασαν τα λογικά τους. Δεν ήξεραν τι έπρεπε να κάνουν. Μέχρι τη στιγμή που  μεγαλύτερη κορη τους προσβλήθηκε από το λοιμό...
        Ήταν βαριά άρρωστη. Ετοιμοθάνατη. Η υπόλοιπη οικογένεια δέχτηκε έντρομη και το δεύτερο χτύπημα. Οι γονείς άρχισαν να τρελαίνονται. Άρχισαν να συνειδητοποιούν πόσο λάθος έκαναν μέχρι τότε. Πάσχιζαν για να γίνει καλά η κόρη τους. Θα έκαναν τα πάντα γι' αυτήν. Ήταν η πρώτη φορά που ενδιαφέρονταν πραγματικά για το παιδί τους. Η θλίψη τους ήταν αβάσταχτη: θα έχαναν το παιδί τους και θα έμεναν στο δρόμο.
         Τότε η μητέρα αποφάσισε να επισκεφτεί έναν γέροντα. Αυτός ήταν άνθρωπος του Θεού. Γνώριζε το λάθος και το σωστό. Πολύς κόσμος τον επισκεφτόταν για να πάρει συμβουλές ή και μόνο την ευχή του. Ένιωθαν ανακουφισμένοι όταν τον άκουγαν και συχνά έβρισκαν λύσεις σε θέματα που τους απασχολούσαν. 
          Η μητέρα, λοιπόν, έχοντας απελπιστεί από τις συμφορές, τον επισκέφτηκε. Του ζήτησε τη συμβουλή του, καθώς ήθελε με κάθε τρόπο να σώσει την κόρη της. Τρομερά φοβισμένη και μετανιωμένη θα έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι της. Ο γέροντας, αφού άκουσε τα προβλήματα της, της είπε πως θα έπρεπε να αλλάξει συμπεριφορά. Να μετανοήσει πραγματικά. Να μοιράζεται τα υλικά αγαθά και τα χρήματα που είχε με τον υπόλοιπο κόσμο. Επίσης, θα ήταν καλό να κάνει ελεημοσύνες, να μη την ενδιαφέρει μόνο ο πλούτος και να ζει σύμφωνα με το θέλημα του Θεού.
          Όλα όσα της είχε πει ο γέροντας, η μητέρα τα απομνημόνευσε λέξη προς λέξη, συλλαβή προς συλλαβή. Έτρεξε γρήγορα να τα πει στον άνδρα της. Οι δυο άνθρωποι μετάνιωσαν βαθιά. Πήραν τα άλλα δυο παιδιά τους και άρχισαν να προσεύχονται με πόνο ψυχής, για να σωθεί το κορίτσι. Ορκίζονταν κλαίγοντας ότι δε θα γυρνούσαν στα παλιά.
          Άρχισαν να μοιράζουν στους φτωχούς ό,τι τους είχε απομείνει. Είχαν ξεχάσει τα λούσα. Το μόνο που τους είχε απομείνει ήταν λίγο ψωμί για να τρώνε. Ζούσαν σύμφωνα με όσα τους είχε πει ο σοφός γέροντας. Και μια μέρα το θαύμα έγινε. Η κόρη τους θεραπεύτηκε Όλη η οικογένεια ευχαριστούσε το Θεό, και Τον ευγνωμονούσε για την καλοσύνη Του. 
           Από τότε η οικογένεια έμαθε να ζει διαφορετικά. Έδινε όσα είχε σε συνανθρώπους τους που δεν είχαν. Οι γονείς έμαθαν να αγαπούν όλα τους τα παιδιά το ίδιο. Να στερούνται γι' αυτά. Τα δυο παιδιά ακολούθησαν το παράδειγμα της αδερφής τους. Όλη η οικογένεια έγινε πολύ ταπεινή. Και κάποια στιγμή κατάφεραν να αποκτήσουν και όλη την περιουσία που είχαν χάσει.
           Ο πατέρας και η μητέρα έτσι άρχισαν να χτίζουν εκκλησίες, ορφανοτροφεία. Το φιλανθρωπικό τους έργο ήταν πολύ μεγάλο. Σιγά σιγά έγιναν γνωστοί σε όλο τον κόσμο για την καλοσύνη και τη μεγαλοψυχία τους. Συνέχισαν να ζουν έτσι μέχρι το τέλος της ζωής τους, ευγνωμονώντας πάντα το γέροντα που τους βοήθησε και το Θεό που τους λυπήθηκε και τους συγχώρεσε.
            

Γίνε και συ φίλος της Λέσχης Βιβλιομάγων!!!

Η Λέσχη Αναγνωσης του 3ου Γυμνασίου Γιαννιτσών σας καλεί να γίνετε φίλοι της!

Είμαστε μια ομάδα από αγόρια και κορίτσια της Β' και της Α' Γυμνασίου που αγαπάμε τα βιβλία και μας αρέσει να φτιάχνουμε δικές μας ιστορίες!!!
Σ' αυτό το blog θα μπορείτε να διαβάζετε τις ιστορίες μας και να παρακολουθείτε τις δράσεις της ομάδας μας!
Περιμένουμε με αγωνία τα σχόλια και τις προτάσεις σας!!!

Οι "Βιβλιομάγοι" του 3ου Γυμνασίου

Κυριακή Πασχούδη "Η Καραμελένια Περιπέτεια"

ΚΑΡΑΜΕΛΕΝΙΑ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ  
Κεφάλαιο 1
Μια φόρα και έναν καιρό σε μια μακρινή χώρα, στη χώρα των μάγων και των ξωτικών, του Αϊ Βασίλη, των νεραϊδών, των καλικατζάρων και των ζαχαρωτών υπήρχε μια μικρή πόλη. Η Ζαχαρούπολη! Η Ζαχαρουπόλη μπορεί να ήταν μικρή αλλά τόσο σημαντική για όλο τον πλανήτη. Εκεί παρασκευάζονταν τα ζαχαρωτά και τα γλυκίσματα των Χριστουγέννων για όλες τις χώρες της Γης. Η παρασκευή των ζαχαρωτών άρχιζε από τα μέσα του καλοκαιριού. Τα ξωτικά και οι νεράιδες ήταν επί ποδός καθ’ όλη τη διάρκεια της παραγωγής των ζαχαρωτών ώστε να μην πάει τίποτα στραβά. Οι νεράιδες πέρναγαν κάθε τόσο για να ελέγξουν τα μηχανήματα, ενώ τα ξωτικά μέτραγαν και ξαναμέτραγαν τις παραγγελίες. Στη συνέχεια φορτώνονταν σε μεγάλα χρωματιστά φορτηγά με πολύχρωμα  λαμπάκια τα όποια οδηγούσαν μάγοι και ταξίδευαν σε όλα τα μέρη της Γης.
   Η  Ζαχαρούπολη έκτος από εργοστάσια ήταν γεμάτη από μικρά κουκλίστικα σπιτάκια. Τα σπιτάκια ήταν φτιαγμένα από τραγανό μπισκότο σοκολάτας και βανίλιας. Οι τοίχοι ήταν βαμμένοι με χρωματισμένη σαντιγί, ενώ οι σκεπές ήταν φτιαγμένες από μαύρη κουβερτούρα. Οι ζαρντινιέρες των παραθύρων ήταν φτιαγμένες από καραμέλα. Ακόμη τα σπίτια ήταν διακοσμημένα με χρωματιστές καραμέλες και ζελεδάκια σε διάφορα σχέδια. Τα πολύχρωμα σπιτάκια βρίσκονταν στην νότια μεριά της πόλης, ενώ τα εργοστάσια στη βόρεια.
     Tα εργοστάσια έπιαναν μεγαλύτερη έκταση από τα σπίτια μιας και υπήρχαν πολλά. Μπροστά από τα εργοστάσια υπήρχε μια καραμελένια κορδέλα με μια σοκολατένια ταμπέλα που έγραφε: «Απαγορεύετε η είσοδος σε καλικατζάρους». Το πρώτο εργοστάσιο ήταν αυτό των ζαχαρωτών μπανανών. Ήταν σε σχήμα μπανάνας, βαμμένο με κίτρινη σαντιγί και είχε πολλά ασύμμετρα παράθυρα από όπου φαίνονταν τα μεγάλα μηχανήματα. Το αμέσως επόμενο εργοστάσιο ήταν το εργοστάσιο των σοκολατένιων μπισκο-των  το οποίο έβγαζε μια απέραντη μυρωδιά φρεσκοψημέ-νων μπισκότων. Ακόμη υπήρχε το εργοστάσιο των χρωματιστών ζελεδιών που ήταν ένα κτίριο σε σχήμα σφαίρας, ενώ πάνω του ήταν κολλημένα πολύχρωμα ζελεδάκια. Επίσης αυτό του ροφήματος σοκολάτας όπου παράγετε το ρόφημα σοκολάτας για όλο τον κόσμο γι’ αυτό είναι πολύ σημαντικό και μεγάλο. Επιπλέον υπήρχε το εργοστάσιο των καραμελένιων μπαστουνιών με κόκκινη και άσπρη καραμέλα, τα οποία παράγονται σε πολύ μεγάλες ποσότητες. Καθώς και πολλά αλλά εργοστάσια όπως αυτό των καραμελωμένων φρούτων και αυτό των μπισκότων βανίλιας.                                        
Κεφάλαιο 2
    Πλησίαζαν Χριστούγεννα και όλα κυλούσαν με ταχύτατους ρυθμούς στην Ζαχαρούπολη. Οι νεράιδες ανεβοκατέβαιναν στους ορόφους των εργοστασίων, ενώ τα ξωτικά μέτραγαν και ξαναμέτραγαν τις παρτίδες των γλυκών.
    Την καθημερινότητα των νεράιδων και των ξωτικών καθώς και όλης της Ζαχαρούπολης τάραξε ένα απρόσμενο γεγονός. Καθώς η νεράιδα Λίλα περνούσε δίπλα από το μηχάνημα παραγωγής χρωματιστών καραμελένιων μπαστουνιών διαπίστωσε πως τα μπαστουνάκια δεν είχαν πια κόκκινες ρίγες!!! Τρομαγμένη τρέχει κατευθείαν στο μηχάνημα χρωματισμού μπαστουνιών και καταλαβαίνει πως το κόκκινο χρώμα έχει τελειώσει. Τότε βγάζει μια κραυγή γεμάτη φόβο. Συγκεντρώνει όλες τις νεράιδες και τα ξωτικά και αρχίζει να περιγράφει το περιστατικό:
 -Είναι πρωτάκουστο! Έχει να συμβεί πάνω από χίλια χρόνια! Άρχισε να μουρμουρίζει.
-Μα τι έχει να συμβεί χίλια χρόνια?! Ρώτησε μια κοκκινομάλλα νεράιδα.
-Αυτό που συμβαίνει !!! Απάντησε αγανακτισμένη η Λιλά.
-Τι συνέβη???!Είπαν με μια φωνή νεράιδες και ξωτικά.
-Τελείωσε το κόκκινο χρώμα  χρωματισμού μπαστουνιών!!!!!
-Τι?? Κραύγασαν οι νεράιδες.
-Πως έγινε αυτό?? Είπαν απορημένα τα ξωτικά.
-Δεν ξέρω. Φαίνεται πως δεν θα μπορέσουμε να παράγουμε την μεγάλη παραγγελία των Χριστουγέννων!! Απάντησε η Λίλα.
-Κάτι θα σκεφτούμε…. Απάντησε ένα κοντό ξωτικό.
Μετά από αρκετή ώρα μια φωνή έσπασε την ησυχία.
-Το βρήκα. Φώναξε ένα ψηλό ξωτικό με πολύχρωμα ρούχα και πεταχτά αυτιά που λέγονταν Τζιν. Θα πάμε στην Καραμελούπολη και θα φέρουμε κόκκινη καραμέλα!!!!!
-Μην λες ανοησίες Τζιν. Πως θα μπορέσεις να πας στην Καραμελούπολη? Η Καραμελούπολη είναι τόσο μακριά και έχουμε τόσο λίγο χρόνο. Απάντησε ένα γέρικο ξωτικό.
-Εγώ μπορώ να το κάνω!!!!!!! Είπε με αποφασιστικότητα ο Τζιν. Και όποιος θέλει να με βοηθήσει να σηκώσει το χέρι του.
Τα αποτελέσματα όμως ήταν δυστυχώς πολύ άσχημα. Σήκωσαν χέρι μόνο δύο ξωτικά. Ένα παχουλό με κόκκινο κασκόλ που τον έλεγαν Τζέιμς και ένα μεγαλόσωμο με μπλε  ρούχα που τον έλεγαν Τιμ.
-Ωραία. Απάντησε ο Τζιν. Θα ξεκινήσουμε αύριο το πρωί. Θα σας περιμένω έξω από το εργοστάσιο.
Το βράδυ κύλισε δύσκολα για τα τρία ξωτικά μιας και είχαν πολύ άγχος για το ταξίδι.
 Κεφάλαιο 3
Το πρωί, όμως έφτασε γρήγορα για τα τρία ξωτικά. Έτσι οι πρώτες ακτίνες του ήλιου βρήκαν τον Τζιν μισοκοιμισμένο σε ένα μανιταρο-κάθισμα έξω από το εργοστάσιο. Σε λίγο ακουστικέ ο ήχος από τα παπούτσια του Τζέιμς και του Τιμ.
-Καλημέρα. Είπε ο Τζιν.
-Καλημερούδια. Είπαν αγουροξυπνημένα ο Τζέιμς και ο Τιμ.
-Λοιπόν ξεκινάμε? Ρώτησε ο Τιμ.
-Ναι, βέβαια Απάντησε ο Τζιν.
    Οι  τρεις μικροί μας φίλοι ταξίδεψαν για ώρες. Πέρασαν από μεγάλες πεδιάδες βανίλιας και ψηλά βουνά παγωτού, ώσπου έφτασαν μπροστά από μια πινακίδα.
-Και τώρα τι κάνουμε? Ρώτησε αγανακτισμένα ο Τζέιμς.
-Θα ακολουθήσουμε το δρόμο που δείχνει η πινακίδα που γράφει προς Καραμελούπολη. Απάντησε ο Τζιν.
Προχωρούσαν και προχωρούσαν ώσπου έφτασαν σε μία πόλη!!!
-Εδώ είναι η Kαραμελούπολη? Ρώτησε ο Τιμ.
-Δεν ξέρω! Ας ρωτήσουμε. Είπε ο Τζέιμς.
-Συγνώμη, μήπως είναι εδώ η Καραμελούπολη?
- Α! Όχι εδώ είναι η Φραουλόπολη! Απάντησε ένας γέρικος μάγος.
-Α!!!!!!! Το επιφώνημα των ξωτικών αντήχησε στη γύρω περιοχή.
-Και τώρα τι κάνουμε??? Ρώτησε ο Τζιν.
-Λέω να μείνουμε εδώ το βράδυ, γιατί είμαστε πολύ κουρασμένοι. Πρότεινε ο Τιμ.
-Εντάξει. Συμφώνησαν ο Τζιν και ο Τζέιμς.
Τα ξωτικά έφτασαν έξω από ένα μεγάλο φραουλοξενοδοχείο   
-Εδώ να μείνουμε!!!!!! Είπε ο Τζιν.
-Μα, πρέπει να είναι πολύ ακριβό. Ανέφερε διστακτικά Τιμ.
-Και εμείς δεν έχουμε τόσα λεφτά. Συμπλήρωσε Τζέιμς.
-Δεν πειράζει! Θα πληρώσω εγώ τα δωμάτια σας. Μην στεναχωριέστε! Είπε ο Τζιν.
- Μπαίνουμε? Ρώτησε ο Τζιν. Τουρτουρίζοντας από το κρύο.
Τα τρία ξωτικά μπήκαν γρήγορα μέσα και ζήτησαν τρία δωμάτια. Όμως το πρόβλημα ήταν ότι υπήρχε μόνο ένα δωμάτιο. Έτσι τα τρία ξωτικά αναγκάστηκαν να κοιμηθούν σε ένα δωμάτιο.
Κεφάλαιο 4
   Όλο το βράδυ τα ξωτικά δεν κοιμήθηκαν… Κοίταζαν και ξανακοίταζαν το χάρτη ώστε να βρουν την πιο σύντομη διαδρομή για την Καραμελουπολη.
    Νωρίς το πρωί τα τρία ξωτικά ξεκίνησαν βιαστικά για την Καραμελούπολη, αφήνοντας πίσω τους το ζεστό φραουλοξενοδοχείο.
-Μακάρι να βρούμε γρήγορα την Καραμελούπολη, γιατί τα Χριστούγεννα πλησιάζουν και πρέπει να ετοιμαστεί γρήγορα η παραγγελία των μπαστουνιών. Ψιθύρισε Τιμ στο αυτί του Τζέιμς, ο οποίος κούνησε καταφατικά το κεφάλι του . Μετά από πολύ περπάτημα οι τρείς φίλοι έφτασαν μπροστά σε ένα εστιατόριο.
-Δεν αντέχω άλλο! Πεινάω πολύ!!!!!! Φώναξε ο Τιμ.
-Τότε να μπούμε στο εστιατόριο. Πρότεινε ο Τζιν. Μα πριν προλάβει να τελειώσει την κουβέντα του ο Τιμ και ο Τζέιμς βρίσκονταν ήδη στο εστιατόριο.
-Θα πάρω πατάτες, κεφτεδάκια, ρύζι, μουσακά, στιφάδο και για επιδόρπιο μια πουτίγκα και ένα σουφλέ σοκολάτας. Ο Τιμ έδωσε παραγγελία στο σερβιτόρο.
-Συγνώμη, όλα αυτά είναι μόνο για σας???!! Ρώτησε απορημένα ο σερβιτόρος.
-Ναι, γιατί. Είναι λίγα το ξέρω μα δεν πεινάω πολύ!!!!
Ενώ ο σερβιτόρος συνέχισε να τον κοιτά απορημένος.
-Λοιπόν, σύμφωνα με το χάρτη πρέπει να πάμε βόρεια, μετά ανατολικά και μετά πάλι βόρεια…… Ανέφερε ο Τζιν.
-Δηλαδή έχουμε ακόμη πολύ δρόμο? Ρώτησε ο Τζέιμς.
-Δεν νομίζω, βέβαια πρέπει να βιαστούμε! Απάντησε ο Τιμ αρπάζοντας το χάρτη με τα λαδωμένα του χέρια.
-Άντε πάμε τότε, γιατί μην ξεχνάτε το μέλλον των ζαχαρωτών μπαστουνιών είναι τα χέρια μας!!!
    Τα τρία ξωτικά  πήγαν βόρεια. Παιρόντας τα αχνισμένα βουνά βρέθηκαν μπροστά από ένα μεγάλο καταράχτη, που δίπλα του είχε μια επιγραφή που έγραψε: «Προς Καραμελούπόλη» και έδειχνε την σπηλιά που υπήρχε πίσω από τον καταράχτη.
-Πες τε μου τώρα πως πρέπει να περάσουμε τον καταράχτη για να φτάσουμε στην Καραμελούπολη???? Είπε ειρωνικα  ο Τζέιμς.
-Και όμως αυτό πρέπει να κάνουμε…… Του απάντησε ο Τζιν.
-Φυσικά! Δεν κάναμε τόσο ταξίδι για να το κοιτάμε από έξω. Είπε ο Τζιν.
Έτσι τα τρία ξωτικά αποφάσισαν να μπουν μέσα στην σπηλιά. Κατάφεραν όμως να μπουν μέσα μετά από πολύ ώρα, μιας και ο καταράχτης ήταν πολύ ορμητικός και τους είχε κάνει μούσκεμα. Όταν μπήκαν δεν πίστευαν στα μάτια τους. Είχαν φτάσει στην Καραμελούπολη!!!!!!!!
Κεφάλαιο 5
Ήταν όλα τόσο όμορφα. Παντού κυριαρχούσε η μυρωδιά της καραμέλας. Τα σπίτια εδώ ήταν φτιαγμένα μόνο με  καραμέλα, όπως και όλα τα κτίρια. Ενώ οι άνθρωποι μετακινούνταν με καμερολο-οχήματα. Ενώ ακόμη και τα παιδία φορούσαν ενδύματα από καραμέλα.
 -Ωραία, πάμε τώρα να βρούμε την κόκκινη καραμέλα και να γυρίσουμε γρήγορα πίσω….. Είπε ο Τζιν.
-Όμως προς τα πού θα πάμε? Ρώτησε απορημένα ο Τιμ.
-Προς τα εκεί………… Είπε ο Τζέιμς δείχνοντας με το χέρι του ένα πραγματικά μαγευτικό κτίριο.
   Το κτίριο ήταν κόκκινο και είχε μεγάλους καταράχτες από κόκκινη καραμέλα. Στο πάνω μέρος του υπήρχαν μεγάλα παράθυρα. Ενώ στο κάτω μέρος το κτίριο ήταν στολισμένο με πολύχρωμα σχέδια από χρώμα ζαχαροπλαστικής. Σε αυτό δούλευαν κοντά ξωτικά με κόκκινα ρούχα και μαύρα καπέλα.
-Λέτε να μας δώσουν καραμέλα??? Είπε με απορία ο Τιμ.
-Γιατί όχι? Απάντησε ο Τζέιμς.
-Φαίνονται ευγενικοί. Είπε ο Τζιν.
    Η γνωριμία τους όμως με τα ξωτικά άλλαξε τη γνώμη τους γι’ αυτά.
-Συγνώμη μπορώ να σας κάνω μια ερώτηση? Ρώτησε ο Τζιν ένα ξωτικό που τον προσπέρασε βιάστηκα.
-Τη αγένεια!!!!!! Ψιθύρισε ο Τιμ.
-Τώρα πως θα μάθουμε από πού θα πάρουμε καραμέλα? Είπε απελπισμένος ο Τζέιμς.
-Θα πάμε μέσα στο εργοστάσιο και θα δούμε. Ανέφερε ο Τιμ.
    Μπαίνοντας μέσα το ξωτικά έμειναν άφωνοι με τα μηχανήματα. Ήταν τόσο μεγάλα και χρωματιστά που θάμπωσαν τα μάτια τους. Τα ξωτικά τους προσπερνούσαν χωρίς να τους δίνουν σημασία. Τότε οι τρείς φίλοι μας αποφάσισαν να βρουν μόνοι τους την μηχανή που παρήγε την κόκκινη καραμέλα. Περπατούσαν μέσα στους μεγάλους διαδρόμους για πολύ ώρα. Ώσπου μπήκαν σε μία αίθουσα διαφορετική από τις άλλες. Ήταν πιο μεγαλοπρεπείς και πιο μεγάλη από τις άλλες. Είχε πέντε χρυσές καμάρες από τις οποίες κρέμονταν πολύχρωμα στολίδια. Πριν προλάβουν όμως να καταλάβουν τι συμβαίνει βρέθηκαν περικυκλωμένοι από δέκα αγριεμένα ξωτικά.
-Τι θέλετε εσείς εδώ? Κραύγασε ένα αγριεμένο ξωτικό.
-Να εμείς….. Εμείς θέλαμε να πάρουμε κόκκινη καραμέλα! Είπε τρέμοντας ο Τιμ.
-Και γιατί παρακαλώ ήρθατε να πάρετε κόκκινη καραμέλα? Ή καλύτερα να κλέψετε κόκκινη καραμέλα? Τους ρώτησε ένα χοντρό ξωτικό.
-Εμείς δεν θέλουμε να κλέψουμε τίποτα. Φώναξε ο Τζιν.
-Τότε τι κάνετε εδώ και μάλιστα χωρίς τη συνοδεία κάποιου ειδικού ξωτικού.
-Ήρθαμε από τη Ζαχαρούπολη για να πάρουμε κόκκινη καραμέλα μιας και τελείωσε η δική μας. Είπε ο Τζέιμς που ήταν πιο ψύχραιμος από τους άλλους.
-Και εμείς γιατί να σας πιστέψουμε??? Είπε ένα ξωτικό πλησιάζοντας τον Τιμ, ο οποίος είχε γίνει πανί από το φόβο του.
-Τι γίνεται εδώ??? Ακουστικέ μια δυνατή φωνή και ξεπρόβαλε από την πόρτα ο Άγιος Βασίλης.
-Αυτά τα ξωτικά ήθελαν να κλέψουν κόκκινη καραμέλα! Πείρε το θάρρος και μίλησε ένα ξωτικό.
-Μμ… Αλήθεια είναι??? Ρώτησε με βαριά φωνή ο Άγιος Βασίλης τον Τζιν, ο οποίος κάνει ένα βήμα μπροστά.
-Όχι προς Θεού εμείς ήρθαμε από την Ζαχαρούπολη να πάρουμε καραμέλα μιας και μας τελείωσε η κόκκινη καραμέλα και επειδή δεν μας έδωσε κανείς σημασία αποφασίσαμε να την βρούμε μόνη μας. Είπε ξέπνοα ο Τζιν.
-Α! Εσείς είστε τα ξωτικά που έστειλαν από τη Ζαχαρούπολη? Μου έστειλε γράμμα η γλυκιά νεράιδα Λιλή για να σας γυρίσω πίσω εγώ. Φίλοι μου αυτοί είναι οι επισκέπτες που περιμέναμε. Είπε ο Άγιος Βασίλης με πλατύ χαμόγελο στα αγριεμένα ξωτικά.
   Τα ξωτικά κοιτάχτηκαν απορημένα και ύστερα έπεσαν με φόρα πάνω στον Τιμ, τον Τζέιμς και τον Τζιν, οι όποιοι δεν πίστευαν στα μάτια τους.
-Συγνώμη, τώρα μπορείτε να μας δώσετε καραμέλα? Είπε δειλά ο Τιμ.
-Τι δεν θα μείνετε μαζί μας για τα Χριστούγεννα?? Ρώτησε ο αρχηγός των ξωτικών.
-Θα το θέλαμε πολύ μα δεν μπορούμε, ξέρετε από μας εξαρτάτε το μέλλον των καραμελένιων ζαχαρωτών μπαστουνιών. Είπε με καμάρι ο Τζιν.
-Σε παρακαλώ Άγιε Βασίλη σε παρακαλώ πείσε τους να μείνουν μαζί μας για τα Χριστούγεννα σε παρακαλώ!!!! Κλαψούρισε ένα μικροκαμωμένο ξωτικό ο Μπομπ.
-Μπομπ, μακάρι να μπορούσαν να κάτσουν, μα έχουν πολύ δουλειά αλλά είμαι σίγουρος πως θα ξανάρθουν. Έτσι δεν είναι παιδιά? Είπε ο Αϊ Βασίλης.
-Φυσικά! Απάντησε ο Τζιν.
  Πριν όμως τελειώσει ο Τζιν την κουβέντα του τρία ξωτικά τους έφεραν ένα βάζο με καραμέλα.
-Ορίστε.
-Ευχαριστούμε! Είπαν ο Τζιν, ο Τιμ και ο Τζέιμς παίρνοντας το βάζο στα χέρια τους.
-Λοιπόν ήρθε η ώρα να φύγουμε! Είπε ο Άγιος Βασίλης.
-Ναι. Συμφώνησαν τα ξωτικά
-Αντίο. Είπαν τα ξωτικά του εργοστασίου.
-Θα τα ξαναπούμε. Είπαν τα τρία ξωτικά ενώ ανέβαιναν στο έλκηθρο του Άγιου Βασίλη.
-Έτοιμοι?? Ρώτησε ο Άγιος Βασίλης.
-ΝΑΙ!!!!!!!!! Φώναξαν τα ξωτικά, τα οποία τώρα πετούσαν δίπλα στο φεγγάρι.
 Η διαδρομή ήταν μαγευτική πέρασαν πάνω από πολλές πόλεις .Είδαν το φραουλοξενοδοχείο και το εστιατόριο που έφαγαν καθώς και πολλά άλλα μέρη. Ενώ από μακριά αχνοφαίνονταν η ΖΑΧΑΡΟΥΠΟΛΗ!!!!!!!! Όσο το έλκηθρο πλησίαζε τόσο φαίνονταν πιο πολύ τα μπισκοτένια σπιτάκια και τα μεγάλα εργοστάσια φαίνονταν.
  Οι φωνές των ξωτικών και των νεραϊδών που είδαν τους τρεις μικρούς μας φίλους να επιστρέφουν έφταναν ως το έλκηθρο και τα τρία ξωτικά θέλοντας να τους χαροποιήσουν σήκωναν το βάζο με την κόκκινη καραμέλα για να το δουν.
   Το έλκηθρο προσγειώθηκε με έναν βαρύ γδούπο και τα ξωτικά βρέθηκαν μέσα στο χιόνι κρατώντας πάντοτε το βάζο στα χέρια τους. Μετά όμως έγιναν όλα τόσο γρήγορα τα άλλα ξωτικά μαζί με τις νεράιδες έπεσαν πάνω τους, όλοι φώναζαν και χειροκροτούσαν, ο ουρανός είχε γεμίσει πυροτεχνήματα και τα τρία ξωτικά βρίσκονταν στα χέρια των ξωτικών του εργοστασίου και κατευθύνονταν προς το εργοστάσιο. Φτάνοντας εκεί η νεράιδα Λιλή τους περίμενε με ανυπομονησία.
-Επιτέλους φτάσατε!!!!!!!! Είπε.
-Ορίστε το βάζο! Είπαν τα τρία ξωτικά.
Η νεράιδα Λιλή έβαλε την καραμέλα στο μηχάνημα και μετά από πολύ καιρό τα μπαστουνάκια είχαν ξανά κόκκινες ρίγες!!!!!!                                  
             
  
       
                                    ΤΕΛΟΣ