Τρίτη, 8 Μαρτίου 2011

Καπουρτζούδη Χριστίνα "Ελπίδα"

«Ελπίδα»
 
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ Όσο κι αν δεν θέλω να θυμάμαι αυτή την ιστορία καλοί μου φίλοι θα πρέπει να τη μοιραστώ μαζί σας. Έχουν περάσει φυσικά
7 χρόνια, όμως αυτές οι εμπειρίες μένουν χαραγμένες στη μνήμη κάθε παιδιού για πάντα. Όλοι λένε πως τα παιδικά και εφηβικά χρόνια είναι τα καλύτερα της ζωής μας, γεμάτα ανεμελιά και παιχνίδια. Όπως κάθε μεγάλος σε αυτόν τον πλανήτη και τον κόσμο, φαντάζομαι κάνει λάθος.
Η ιστορία που ακολουθεί δεν αφορά δικές μου εμπειρίες, αλλά εμπειρίες μιας καλής μου φίλης. Της Ελπίδας. Κάθε μέρα δίναμε ραντεβού έξω από το σπίτι μου. Ερχόταν και με έπαιρνε πάντα μια ώρα πιο μπροστά από την ώρα του ραντεβού και ήταν πάντα τρομαγμένη και λαχανιασμένη. Γι’ αυτό κι εγώ της έβγαλα το παρατσούκλι Καπετάν Τρομάρας. Πού να ήξερα όμως γιατί ήταν έτσι!
Μια μέρα σαν τις άλλες η Ελπίδα δεν ήρθε στο ραντεβού. Έτσι πήρα την πρωτοβουλία να πάω σπίτι της, μήπως έπαθε κάτι. Το σπίτι της ήταν στη Σκοτεινή Λεωφόρο, ένα πολύ περίεργο και σκοτεινό μέρος. Δεν πήγαινα συχνά σπίτι της. Φοβόμουν. Και δεν ήμουν η μόνη. Έχω την εντύπωση πως και αυτή φοβόταν, αλλά ποτέ δεν αναρωτήθηκα γιατί. Μετά από κανένα δεκάλεπτο περπάτημα έφτασα στη
Σκοτεινή Λεωφόρο. Όλα τα σπίτια είχαν μαύρα παράθυρα, μαύρες κουρτίνες και πόρτες, που ίσα-ίσα διέκρινες κανένα θαμπό φως από καμιά χαραμάδα των μαύρων κατάμαυρων πατζουριών. Έπεφτα συνέχεια πάνω σε κολόνες και σχισμές του πεζοδρομίου. Κατάφερα να φτάσω στην είσοδο του σπιτιού της Ελπίδας ζωντανή, με όλα τα μέλη του σώματός μου στη θέση τους. Πάτησα το κουδούνι και ο τσιριχτός ήχος του θυροτηλέφωνου βούιξε σαν μέλισσα μέσα στα αυτιά μου.
-Την Ελπίδα θα ήθελα, η Άννα είμαι. Απάντησα όσο πιο γλυκά μπορούσα. -Είναι άρρωστη. Δεν μπορεί να σου μιλήσει καλή μου, είπε βιαστικά η μητέρα της. -Μήπως θα μπορούσα να της μιλήσω? -Λυπάμαι καρδιά μου, είναι πραγματικά εξαντλημένη. Θα τα πείτε και στο σχολείο, Άννα μου, όταν νιώσει καλύτερα, είπε η μητέρα της προσπαθώντας να με ξεφορτωθεί με ευγενικό τρόπο. -Εντάξει κυρία Γιαννούλα. Τα περαστικά μου πείτε της, είπα κι έφυγα. Ήξερα πως κάτι μου έκρυβε η μητέρα της. Ανυπομονούσα να τη δω τη Δευτέρα στο σχολείο για να μου τα πει όλα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ Η Δευτέρα έφτασε γρήγορα. Έβρεχε, οπότε με πήγε σχολείο η μητέρα μου με το αυτοκίνητο. Η Ελπίδα ήταν εκεί. Με χαλαρό ύφος, δίχως να θέλω να δώσω ιδιαίτερη βαρύτητα, τη ρώτησα για την αρρώστια της. Εκείνη ταράχτηκε και είπε πως δεν ήταν τίποτα. Φυσικά δεν την πίστεψα. Είμαι αρκετά έξυπνη για να καταλάβω πότε έχει πρόβλημα η κολλητή μου. Έτσι επέμενα. Αυτή τη φορά όμως με αυστηρότητα, τέτοια αυστηρότητα που μου θύμιζα τη μάνα μου. Τότε τρομοκρατήθηκα εγώ, αλλά κατάφερα να αποβάλλω αυτή τη φριχτή ομοιότητα από το μυαλό μου... 

Εκείνη μου απάντησε:
-Ωχ παιδάκι μου αλήθεια σου λέω τίποτα δεν έγινε! Φαινόταν ενοχλημένη με την επιμονή μου.
-Ελπίδα, κορίτσι μου δεν μπορείς να μου κρυφτείς. Σε ξέρω καλύτερα από τον καθένα!
-Πες μου τι συμβαίνει, θα σε καταλάβω και θα σε στηρίξω! Είπα
-Δεν καταλαβαίνεις τι γίνεται! Δεν μπορεί να αλλάξει τίποτα! είπε νευριασμένη πλέον.
-Θα σε καταλάβω γιατί είμαι φίλη σου!! Θα τα καταφέρουμε μαζί! Όπως πάντα!
Βουρκωμένη και φανερά ανήσυχη και ταλαιπωρημένη μου εξήγησε την ιστορία της.
Τα λόγια της συνοδεύονταν από αναστεναγμούς γεμάτους απόγνωση και τρόμο. Μπορεί να τα μεγαλοποιώ αλλά έτσι ένιωθα εκείνη τη στιγμή.
Εδώ και αρκετό καιρό κάποια παιδιά μεγαλύτερα από την ίδια την περιμένουν έξω από το σπίτι της, αλλά και έξω από το σχολείο για να τη δείρουν. Ως τώρα της έχουν ματώσει δυο φορές τη μύτη και της έχουν σπάσει το χέρι. Και όλα αυτά κάτω από τη μύτη μου!! Πώς και δεν το πήρα είδηση! Ειλικρινά απορούσα με τον εαυτό μου για αυτή μου την απροσεξία. Την απειλούν συνέχεια πως θα της κάνουν κι άλλο κακό για να πληρώσει για όσα τους έκλεψε ο αδερφός της. Θα τους τα επέστρεφε έλεγε τα λεφτά αλλά τελικά έφυγε με αυτά και δεν τον ξαναείδαν. Η μητέρα της δεν έχει τόσα λεφτά για να τους τα δώσει, αλλά ούτε και τη δύναμη να τους αντιμετωπίσει οπότε η Ελπίδα μένει μόνη. Μόνη και ανυπεράσπιστη. Χθες την περίμεναν έξω από το σπίτι της. Ήταν τρείς. Τα χτυπήματα πολλά και οι μελανιές ακόμα περισσότερες. Μου τις έδειξε. Η μέση της είχε ένα έντονο μοβ με μαύρο χρώμα. Ο δεξής της ώμος είχε γρατζουνιές και μώλωπες. Μόλις τα είδα και τα άκουσα όλα αυτά δάκρυσα. Ένιωθα και κάπως υπεύθυνη μπορώ να πω. Όμως ήξερα πως έπρεπε να κάνω κάτι γι’ αυτό, οπότε, μόλις τελείωσε το σχολείο, πήρα την Ελπίδα από το χέρι και πήγα σπίτι μου για να καταστρώσουμε ένα σχέδιο. Το σχέδιο Διάσωσης της Ελπίδας.
 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ Μόλις φάνηκε το σπίτι μου αρχίσαμε κι οι δυο το τρέξιμο και σε ένα λεπτό βρεθήκαμε στην είσοδο. Ο πατέρας, που άκουσε τον ήχο και τη βαβούρα που κάναμε με τα λαχανιάσματα μας είχε ήδη ανοίξει τη μεγάλη καφέ μας πόρτα. -Το φαγητό είναι έτοιμο! Ελπίδα κάτσε και φάε μαζί μας σήμερα. Θα συνεννοηθώ εγώ με τη μητέρα σου, πρότεινε ευγενικός ο μπαμπάς μου.
Ήταν η τέλεια δικαιολογία που μας έβγαλε και από τη δύσκολη θέση να σκεφτούμε κι άλλες. Έτσι είπαμε το εντάξει με ένα στόμα μια φωνή.
Αφού φάγαμε το υπέροχο φαγητό της μητέρας μου πήγαμε σφαίρα στο δωμάτιο μου. Καθίσαμε στο μαλακό ροζ κρεβάτι μου για να αποφασίσουμε τι θα κάνουμε.
Μετά από δύο ώρες καταλήξαμε τελικά σε ένα αξιοπρεπές και σίγουρο κατά τη γνώμη μας σχέδιο. Αύριο θα τους συναντούσαμε έξω από το σχολείο μιας και την περιμένουν πάντα εκεί. Ο πατέρας μου, αφού είναι και αστυνομικός, θα είναι κρυμμένος πίσω από τα δέντρα που υπάρχουν στη περίφραξη του σχολείου και θα παραμονεύει για να τους πιάσει στα πράσα να διαπράττουν τον εκφοβισμό ή ακόμα και να γίνονται βίαιοι εναντίον μας. Όταν λοιπόν γίνει αυτό, ο πατέρας θα εμφανιστεί και θα τους απειλήσει με σύλληψη! Έτσι αυτοί θα τρομάξουν, θα αφήσουν ήσυχη την Ελπίδα και θα γίνουν όλα όπως πριν.
Το είπαμε στον πατέρα και στην αρχή μας κατσάδιασε, γιατί του κρύψαμε την αλήθεια. Όταν φυσικά άκουσε το σχέδιο, συμφώνησε. Το μόνο που έμενε να κάνουμε ήταν να περιμένουμε να ξημερώσει η νέα μέρα. Η πιο σημαντική.
 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ
Η μέρα ξημέρωσε με άγχος και ανυπομονησία. Άγχος, γιατί φοβόμουν μήπως όλα πάνε λάθος και ανυπομονησία, γιατί δεν έβλεπα την ώρα να τελειώσουν όλα αυτά. Ετοιμάστηκα και περίμενα να περάσει από το σπίτι η Ελπίδα, πράγμα που δεν έγινε. Έτσι πήγα με τον μπαμπά μου να δούμε, γιατί άλλαξε γνώμη. Όταν φτάσαμε έξω από το σπίτι της στη Σκοτεινή Λεωφόρο, την είδαμε να κλαίει στα σκαλιά της εισόδου το σπιτιού της. Το κλάμα της ήταν σαν μοιρολόι και αντηχούσε σε όλο το δρόμο.
-Τι κάνεις Ελπίδα; Τι συμβαίνει;
-Φοβάμαι, δεν θα τα καταφέρουμε, είπε με κατεβασμένο το κεφάλι.
-Όλα θα πάνε καλά! Εγώ είμαι εδώ, είπε ο πατέρας μου στοργικά.
-Δεν είσαι μόνη σου πια, εμείς θα σε προστατέψουμε!, συμπλήρωσε.
-Εντάξει, θα έρθω, δήλωσε αποφασισμένη πλέον και σηκώθηκε να φύγουμε για το σχολείο.
Όταν με το καλό πλησιάσαμε ο πατέρας με αθόρυβες κινήσεις κρύφτηκε πίσω από τα δέντρα. Τα αγόρια ήταν εκεί. Περίμεναν την κατάλληλη στιγμή για να μας πειράξουν.
Καθώς πλησιάζαμε κρατώντας η μία το χέρι της άλλης ένας από αυτούς χαστούκισε την Ελπίδα. Τότε ξεπρόβαλλε ο πατέρας μου και άρχισε να τους μαλώνει και να τους απειλεί με σύλληψη. Εκείνοι φοβισμένοι άρχισαν να απολογούνται και να ορκίζονται πως θα μας αφήσουν ήσυχες. Ρίξαμε κάτι γέλια μόλις είδαμε τους νταήδες να κλαψουρίζουν, που μας πονούσε το στομάχι μισή ώρα.
Τελικά όλα φτιάξανε με το πέρασμα του χρόνου και ο φόβος καταπολεμήθηκε. Πλέον όλοι μας ζούμε χωρίς να φοβόμαστε και συνεχίζουμε να στηρίζουμε η μια την άλλη.