Πέμπτη, 5 Μαΐου 2011

Επίσκεψη της Βούλας Μάστορη στη Λέσχη μας!

3ο Γυμνάσιο Γιαννιτσών

Στις 3 Μαίου 2011, στα πλαίσια του προγράμματος "Συγγραφείς & εικονογράφοι στα σχολεία" του ΕΚΕΒΙ, βρέθηκα στα Γιαννιτσά καλεσμένη της Λέσχης Ανάγνωσης του 3ου Γυμνασίου για το βιβλίο μου "στο γυμνάσιο". Τα παιδιά (45 περίπου παιδιά της Α' & Β΄ τάξης) συζήτησαν μαζί μου με λόγια, βλέμματα και σιωπές. Βλέμματα και σιωπές, πιστέψτε με, είναι μερικές φορές πιο εύγλωττες! Τα εύσημα στην Ελένη Ακριτίδου, μια εμπνευσμένη Δασκάλα και Παιδαγωγό, και στη συνεργάτιδα/συνοδοιπόρο της Βούλα Παρασκευά!

Στη βιβλιοθήκη

Δεξιά μου η Ελένη Ακριτίδου, αριστερά μου η Βούλα Παρασκευά. 
Πίσω μας φανατικές αναγνώστριες!

Κυριακή, 27 Μαρτίου 2011

Καπουρτζούδη Χριστίνα "Οι πειρατές της παγωτομηχανής"

ΟΙ ΠΕΙΡΑΤΕΣ ΤΗΣ ΠΑΓΩΤΟΜΗΧΑΝΗΣ»
  «ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ»
 
Στην πολιτεία του Χόρχε Χόρχε στην μαγευτική Ισπανία μια ομάδα έμπειρων και γενναίων πειρατών υπερασπίζονταν το μοναδικό πλούτο της πόλης τους. Τη μεγάλη Παγωτομηχανή της Φαντασίας. Την είχαν κλέψει οι πρόγονοί τους από τους τρομερούς και φοβερούς μάγους Πεταλούδες που την ήθελαν για να φτιάχνουν το δικό τους παγωτό και να το πουλάνε στο κόσμο για να πλουτίσουν. Οι πειρατές της Παγωτομηχανής όμως αντιστάθηκαν και κατάφεραν να τους αποτρέψουν. Αυτοί οι τολμηροί και καλόκαρδοι πειρατές είχαν μακριά γενειάδα από σκόνη πολύχρωμης ζάχαρης. Τα ρούχα τους ήταν ποτισμένα από λικέρ φράουλα για να μπορούν να κολλάν και να σκαρφαλώνουν στα πιο απόκρημνα βουνά της χώρας τους και των άλλων χωρών για να κατασκοπεύουν και τους άλλους εχθρούς που ήθελαν το πολύτιμο αυτό απόκτημά τους. Ήταν μικροσκοπικοί, τόσο που πέντε θα χωρούσαν κάλλιστα στη σακούλα του μικρότερου νάνου. Παρόλα αυτά είχαν ψυχή καλοσυνάτη και γενναία που θα μπορούσαν άνετα να τα βάλουν και με ένα δράκο!
Οι εχθροί τους ήταν όλοι πολύ μοχθηροί και εγωιστές γι' αυτό και συχνά μάλωναν μεταξύ τους για το ποιός θα καταφέρει να βάλει το μαγικό μάγκο μέσα στη παγωτομηχανή πρώτος. Αχ, Συγγνώμη! Παρέλειψα να σας πω πως για να πάρει κάποιος τη παγωτομηχανή για τον εαυτό του έπρεπε να ρίξει το μαγικό μάγκο μέσα στη μηχανή για να την βάλει σε λειτουργία και να πετάξει με τα φανταχτερά ασημένια φτερά της μακριά! Αυτό ήταν το όνειρο κάθε πλάσματος που υπήρχε: τέρατος, νεράιδας, ξωτικού, καλικάτζαρου, μάγισσας, φαντάσματος, μούμιας και μάγου. Όχι όμως πειρατή γιατί εκείνοι ήταν αγνοί και καλοί και το μόνο που τους ένοιαζε ήταν να είναι αγαπημένοι και χαρούμενοι. Και φυσικά να προστατεύουν το διαμάντι της πόλης τους. Τη μαγική Παγοτομηχανή της Φαντασίας.
 
«ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ»
  Όλα άλλαξαν μια μέρα όταν στην πόλη των πειρατών έφτασε ένας μάντης περίεργος και καμπούρης. Φορούσε ένα κόκκινο χιτώνα και για κουμπιά είχε κουλουράκια από μαύρη κουβερτούρα σοκολάτας. Έδιναν μια μάλλον ευχάριστη και μυρωδάτη νότα στη σκοτεινή φιγούρα του γέρου μάντη. Προχωρούσε και προχωρούσε ώσπου έφτασε στο μέρος όπου έστεκε πελώρια η παγοτομηχανή. Όλοι οι πειρατές μαζεύτηκαν γύρω του για να είναι έτοιμοι για κάθε ενδεχόμενο. Εκείνος κάθισε κάτω και πρόσταξε σε όλους να κάνουν το ίδιο. Όλοι υπάκουσαν με επιφύλαξη.
Μετά από μερικά λεπτά γλυκιάς σιωπής ο μάντης τους ανακοίνωσε τον ερχομό διαφόρων εχθρικών πλασμάτων με σκοπό να πάρουν τη παγωτομηχανή. Αναστατωμένοι οι πειρατές έστειλαν φρουρούς να φυλάνε τη πόλη για παν ενδεχόμενο. Μόλις γύρισαν να κοιτάξουν το μάντη εκείνος καλύφθηκε από καπνό καραμέλας και εξαφανίστηκε.
Πέρασε μια εβδομάδα και κανένας εχθρός δεν είχε εμφανιστεί στην πόλη Χόρχε Χόρχε, όταν ξαφνικά πολλές μοχθηρές πεταλούδες εμφανίστηκαν στον ουρανό. Οπλισμένοι με σπαθιά και τουφέκια που πετούσαν βρομερά ζελεδάκια οι πειρατές βγήκαν για μάχη. Οι αντίπαλοι είχαν μεγαλύτερα όπλα που το κακό έβγαινε από τα τουφέκια τους σε μορφή αμπούλας βρόμας. Μετά από ώρες σκληρής μάχης οι πεταλούδες έφυγαν για να πάρουν ενισχύσεις. Έτσι οι πειρατές βρήκαν χρόνο για να κάνουν ένα σχέδιο. Πανικοβλημένοι άρχισαν να προβλέπουν πως αυτό θα είναι το τέλος τους. Την ίδια στιγμή όμως ένας αισιόδοξος νέος πειρατής πρότεινε ένα σχέδιο πιο έξυπνο και πιο ασφαλές αλλά που ταυτόχρονα ήταν και πολύ περίπλοκο. Το σχέδιο ήταν το εξής: Η ομάδα ρολς
, η πιο γρήγορη ομάδα, φορώντας τα ρόλερ τους από σφολιάτα ανάλαφρα για να μπορούν να αναπηδούν στον αέρα θα οδηγούσαν τους εχθρούς κρατώντας ένα ψεύτικο ομοίωμα της παγωτομηχανής στην κοιλάδα του γίγαντα οζ. Ήταν ένας τρομερός γίγαντας που πεινούσε συνέχεια και συχνά μαζί με τα 66 παιδιά του, τρόμαζαν ή ακόμα και έτρωγαν περαστικούς που είχαν κακό στο μυαλό τους, διότι οι γίγαντες μπορούσαν να διαβάσουν και το μυαλό. Επειδή λοιπόν οι πειρατές ήταν αγνοί δεν θα έπαιρναν μυρωδιά την άφιξη τους. Καθώς λοιπόν θα οδηγούσαν τους εχθρούς εκεί, η ομάδα του κρυφτού που ήταν εξπέρ στο κρυφτό θα έκρυβε την αληθινή παγωτομηχανή. Οι πειρατές καμουφλάζ που ήταν ντυμένοι ακριβώς όπως τα πράγματα γύρω ήταν φημισμένη παντού αφού τα ρούχα τους ήταν μαγικά γιατί μπορούν να πάρουν ό,τι χρώμα και μορφή θέλουν γιατί η μητέρα ενός πειρατή τα είχε πλύνει στο τσουκάλι των χρωμάτων και μετά το κατέστρεψε για να είναι τα μοναδικά.
  «ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ»
  Οι εχθροί δεν άργησαν να έρθουν. Η ομάδα ρολς κατάφερε να φέρει εις πέρας το πρώτο μέρος του σχεδίου της. Οι εχθροί ήταν αμέτρητοι. Προέρχονταν από εφτά πολιτείες που ήταν και από τις μεγαλύτερες και πιο ισχυρές όμως οι πειρατές με σθένος κράτησαν αντίσταση. Η επίθεση αυτή δεν ήταν αυθόρμητη, αλλά ούτε και τυχαία. Όλα τα πλάσματα που μάχονταν ήθελαν τη μηχανή για τον εαυτό τους όμως για να νικήσουν συμμάχησαν ώστε να είναι εύκολη η νίκη.
Όλοι οι κακοί συμμάχησαν εκτός από τις μάγισσες, που ήταν από τις πιο εγωκεντρικές υπάρξεις στον πλανήτη αλλά και του κόσμο φαντάζομαι. Οι γίγαντες καταβρόχθισαν μερικούς κι έτσι οι υπόλοιποι τρομοκρατημένοι έφυγαν. Τα ξωτικά επειδή δεν φημίζονταν και για την εξυπνάδα τους παρέσυραν τους ίδιους και τις νεράιδες στο λάκκο με το σιρόπι κεράσι και κόλλησαν, με αποτέλεσμα να μαλώσουν άγρια. Κάποιοι περίεργοι και κουτσομπόληδες πειρατές κρυφοκοίταζαν και χασκογελούσαν με τα χάλια των παγιδευμένων πλασμάτων. Το γέλιο τους ήταν σαν καμπανάκια που κουδουνίζουν, γαργαλιστικό και τόσο υπέροχο που δεν θες να σταματήσεις να το ακούς. Την ίδια στιγμή η ομάδα καμουφλάζ με δυο δρασκελιές κατάφερε να κρύψει την Παγωτομηχανή της Φαντασίας. Παράλληλα οι καλλικάτζαροι κρατώντας τα ξύλινα κούτσουρά τους πάλευαν με αδεξιότητα και μανία τους πειρατές οι οποίοι τους νίκησαν για πλάκα.
Ξαφνικά μέσα από τα ροζ σύννεφα που πλαισίωναν τον ουρανό εμφανίστηκε η αρχηγός των μαγισσών Ροδακινιά Βερίκοκο, τρανή βασίλισσα και πολεμίστρια, άκαρδη γυναίκα και δολοπλόκα. Είχε μακριά πράσινα μαλλιά που πάνω τους είχαν τα κλεμμένα αντικείμενα από τις νίκες στις μάχες που έδινε. Τα αμυγδαλωτά κατακόκκινα μάτια της έβγαζαν φωτιές όταν θύμωνε και πιστέψτε με αυτό γινόταν συχνά. Τα ρούχα της ήταν πολύχρωμα και στέκονταν άγαρμπα πάνω στο πανύψηλο σώμα της. Το ύψος των μαγισσών ξεπερνούσε τα
2 μέτρα! Στα χέρια τους όλες κρατούσαν τα μαγικά ραβδιά τους φτιαγμένα από λάσπη βούρκου που την έβρισκες μόνο στο απόκρημνο δάσος Λούμπα Λούμπα. Αντί για σκούπες είχαν μαγικά βατράχια που πετούσαν.
Μόλις τις είδαν όλοι ένιωσαν τη βρομερή τους ανάσα να τους διαπερνά και κρύος ιδρώτας να τους βαραίνει. Όλοι τρομοκρατήθηκαν και σαν κάστορες που γυρνούν στις τρύπες τους απομακρύνθηκαν και πήγαν στις πόλεις τους. Όλοι εκτός φυσικά από τους γενναίους φίλους μας. Όντως η καρδιά τους είχε θάρρος. Μάγισσες έπεφταν σαν μύγες στο μαλακό έδαφος από πασπάτες. Χάνονταν ανάμεσα στις άσπρες γευστικές μπάλες πασπάτας κρύβοντας την ασχήμια τους και απαλύνοντας τη ντροπή που ένιωθαν. Φυσικά και οι πειρατές είχαν τις απώλειες τους όμως δεν ήταν τόσο μεγάλες γιατί ο ένας βοηθούσε τον άλλο.
 
«ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ»
  Τα βατράχια έγλυφαν τους πειρατές με τις αηδιαστικές μπλε γλώσσες τους κι εκείνοι, οι πιο ευαίσθητοι για την ακρίβεια, λιποθυμούσαν μόνο στην όψη των βρομερών σαλιών τους. Η κούραση δεν άργησε να έρθει. Οι μάγισσες ήρθαν στη μάχη πιο μπροστά και είχαν αρκετό απόθεμα δυνάμεων σε αντίθεση με τους πειρατές που έπρεπε να ανακτήσουν τις δικές τους. Με το σύνθημα ενός πειρατή, του λεγόμενου φωνακλά, όλοι οι πειρατές κρύφτηκαν στο σωρό από πασπάτες και χωρίς να τους πάρουν είδηση οι μάγισσες σύρθηκαν ως το εργοστάσιο φαγητών στην άκρη της πόλης τους. Εκεί είχαν πολλά δυναμωτικά φαγητά τόσο λαχταριστά και μυρωδάτα που μύριζε όλη η πόλη ευωδιαστά αρώματα από μπαχαρικά, σοκολάτες, καραμέλες, φρούτα και σάλτσες. Ένας ένας έμπαιναν μέσα κι έτρωγαν από κάτι δυναμωτικό και επέστρεφαν στη μάχη. Το εργοστάσιο είχε τα πάντα εκτός φυσικά από μάγκο για ευνόητους λόγους.
Όταν έφτασαν στη πλατεία η άλλη ομάδα πήγε για ανεφοδιασμό. Μετά από ώρες σκληρής μάχης οι λιγοστές μα πανούργες μάγισσες άρχισαν να κουράζονται, ώσπου τελικά έφυγαν. Ο τόπος είχε μόνο ερείπια από τη μάχη. Η παγωτομηχανή όμως ήταν σώα και αβλαβής τοποθετημένη στο κέντρο της πόλης.
Μετά από δύο βδομάδες οι πειρατές κατάφεραν να τακτοποιήσουν τη πόλη τους και να τη κάνουν να λάμψει ξανά! Φρούρησαν καλύτερα τη πόλη τους κι έτσι οι εχθροί τους διαπίστωσαν πως η δύναμη που είχαν δεν έφτανε την εσωτερική δύναμη των πειρατών και εγκατέλειψαν σιγά-σιγά τις προσπάθειες περί κατάκτησης της Παγωτομηχανής.
Οπότε να μην ανησυχείτε για την τύχη των πειρατών μας, θα τα καταφέρουν σε ότι θέλουν γιατί θα είναι πάντα ενωμένοι σαν μια γροθιά!

Δευτέρα, 21 Μαρτίου 2011

Λέσχες Ανάγνωσης

ΛΕΣΧΕΣ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ

Η ποίηση που ενώνει

Οι Λέσχες Ανάγνωσης έχουν μπει για τα καλά στη ζωή μας -υπάρχουν περίπου 150 λέσχες ενηλίκων και 80 παιδιών, καλύπτοντας όλη την ελληνική επικράτεια και πλήθος αντικειμένων.
Τυπική εικόνα από μια Λέσχη Ανάγνωσης: 150 για ενήλικες υπάρχουν στην Ελλάδα Τυπική εικόνα από μια Λέσχη Ανάγνωσης: 150 για ενήλικες υπάρχουν στην Ελλάδα Πρόκειται για ομάδες ανθρώπων που έχουν συμφωνήσει να συναντιούνται σε τακτά διαστήματα (συνήθως μία φορά τον μήνα) και να συζητούν για βιβλία που αποφάσισαν από κοινού. Ο θεσμός βασίζεται στην ελευθερία, την ευελιξία και την προσαρμογή στα ενδιαφέροντα αυτών που τις απαρτίζουν.
Οι λέσχες μπορεί να ασχολούνται με διάφορα λογοτεχνικά είδη (μυθιστόρημα, διήγημα, ποίηση, δοκίμιο) ή να επιλέγουν μια συγκεκριμένη θεματολογία. Είναι άλλοτε συνδεδεμένες με βιβλιοπωλεία ή βιβλιοθήκες, άλλοτε την πρωτοβουλία αναλαμβάνουν απλοί φιλαναγνώστες. Ενδεικτικά αναφέρουμε λέσχες που ασχολούνται με τη μαθηματική λογοτεχνία, τη φιλοσοφία ή τη γαστρονομία. Ολα εξαρτώνται από τα ενδιαφέροντα των μελών τους και στόχος είναι η καλλιέργεια της σχέσης με το διάβασμα.
Ελάχιστες, μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού, είναι, όμως, οι Λέσχες Ανάγνωσης Ποίησης. Ισως επειδή υπάρχουν και εγγενείς δυσκολίες, από την ίδια τη φύση της ποίησης, και «χρειάζεται από τους συμμετέχοντες καλύτερη προπαίδεια», όπως μας λέει ο Ευριπίδης Γαραντούδης. Καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας και ποιητής, έχει γράψει και επιμεληθεί μελέτες για τη λογοτεχνία («Ο Σεφέρης για νέους αναγνώστες», «Η ελληνική ποίηση του 20ού αιώνα, μια συγχρονική ανθολογία» κ.ά.). Είναι υπεύθυνος της Λέσχης Ανάγνωσης Ποίησης που λειτουργεί στον Πολυχώρο των εκδόσεων «Μεταίχμιο».
Τι σας ώθησε να αναλάβετε την καθοδήγηση μιας Λέσχης Ανάγνωσης Ποίησης;
«Βασικό κίνητρο στάθηκε η συμμετοχή μου σε μια διαδικασία ανάγνωσης της ποίησης και σχολιασμού της, όπου οι ρόλοι του "καθοδηγητή" και των συμμετεχόντων δεν είναι ουσιαστικά διαβαθμισμένοι, αλλά ισότιμοι. Ολοι αναγνωρίζουν πως αυτό που τους παρακινεί να συμμετέχουν στη λέσχη είναι η αγάπη τους για την ποίηση, μια αγάπη που θέλουν να την κοινωνήσουν και ίσως να τη μοιραστούν με τους άλλους».
Υπάρχει κάποια ιδιαιτερότητα στον τρόπο που λειτουργεί μια λέσχη ανάγνωσης για την ποίηση εν σχέσει με άλλες μορφές λογοτεχνίας;
«Αν υπάρχει ιδιαιτερότητα, πηγάζει από το γεγονός ότι η ποίηση είναι ο σκληρός πυρήνας της λογοτεχνίας. Υπό την έννοια αυτή μια λέσχη ποίησης προσφέρεται λιγότερο, επειδή προϋποθέτει καλύτερη προπαίδεια και μεγαλύτερη εντρύφηση στην ποίηση, αλλά και περισσότερο, επειδή μπορεί να προσφέρει αισθητική συγκίνηση και στοχαστική επικοινωνία».
Από την εμπειρία σας συντελείται πράγματι ώσμωση, μια ουσιαστική κοινωνία μεταξύ των συμμετεχόντων, αφ' ενός, και με τον κάθε φορά υπό επισκόπηση ποιητή, αφ' ετέρου;
«Οσο περνά ο καιρός και τα μέλη της λέσχης γνωρίζονται καλύτερα μεταξύ τους, αναπτύσσεται ουσιαστική επαφή με το έργο των ποιητών που γίνεται αντικείμενο ανάγνωσης και συζήτησης. Κυρίως προσφέρονται από τις συναντήσεις τα ερεθίσματα ώστε οι προσωπικές αναγνώσεις των ποιητών, ύστερα από τις συναντήσεις, να προχωρήσουν σε μεγαλύτερο βάθος».
Κυκλοφορεί ο μύθος πως συμμετέχουν κυρίως γυναίκες στις λέσχες ανάγνωσης. Ισχύει αυτό στη δική σας; Σημαίνει κάτι;
«Πράγματι, η μεγάλη πλειονότητα των μελών της συγκεκριμένης λέσχης ανάγνωσης είναι γυναίκες. Αν αυτό σημαίνει κάτι, είναι ότι επαληθεύει τη γενικότερη διαπίστωση πως λογοτεχνία διαβάζουν κυρίως οι γυναίκες, οι οποίες εν γένει φαίνεται να είναι καλύτεροι δέκτες ευαισθησίας απ' ό,τι οι άνδρες».
Ελληνική ποίηση, μόνο, ή και παγκόσμια;
«Αυτονόητα η οικείωση όλων μας με την ελληνική ποίηση είναι πολύ μεγαλύτερη, γι' αυτό μέχρι τώρα επελέγησαν Ελληνες ποιητές και ποιήτριες, αλλά δεν πρέπει να αποκλειστεί η ιδέα της μελλοντικής ανάγνωσης και του σχολιασμού και ξένων ποιητών».*
info: Λέσχη Ανάγνωσης Ποίησης-Πολυχώρος Μεταίχμιο (polychoros@metaixmio.gr)
Αλλες Λέσχες Ανάγνωσης Ποίησης: στο Νευροκόπι (magika_k @yahoo.gr), Ηρακλείου Κρήτης «Λυχνοστάτης» (info@lychno statis.gr), alexarab@gmail.com, poiisis@ yahoo.gr, e-περιοδικό (.poema..) Κορώνη, vasman@e-poema.eu
Στον ιστότοπο του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου, www.ekebi.gr, μπορούμε να βρούμε τις λέσχες ανάγνωσης λογοτεχνίας της κάθε περιοχής και στοιχεία για τη θεματική τους.

Κυριακή Πασχούδη "Διακοπές της συμφοράς"

KEΦΑΛΑΙΟ 1
   Έφτασε επιτέλους το καλοκαίρι! Όλα τα παιδιά ανυπομονούν να πάνε διακοπές και να διασκεδάσουν με την παρέα τους. Τι γίνεται όμως στην περίπτωση που πας διακοπές με ανεπιθύμητους συγγενείς ?
   Την απάντηση σε αυτό το ερώτημα θα μας την δώσουν  ο Κώστας και η Άννα δύο δίδυμα αδερφάκια . Ο Κώστας και η Άννα πήγαιναν πρώτη γυμνασίου και δεν τα πήγαιναν καλά στα μαθήματα. Ο πατέρας τους για να τους τονώσει το ηθικό για τις εξετάσεις τους είπε πως αν γράψουν καλά και περάσουν την τάξη  θα τους πάει διακοπές όπου θέλουν. Τα παιδιά ήθελαν να πάνε διακοπές εκεί που θα πήγαινε η οικογένεια των φίλων τους. Έτσι αποφάσισαν να βάλουν τα δυνατά τους και να γράψουν καλά στις εξετάσεις. Όμως, όσο και αν προσπάθησαν τα πήγαν χάλια. Η Άννα πέρασε την τάξη με βαθμούς που παραλίγο και θα άγγιζαν την βάση ενώ ο Κώστας έμεινε σε δύο μαθήματα, με αποτέλεσμα να πρέπει να διαβάζει όλο το καλοκαίρι για να πάει το Σεπτέμβρη να ξαναδώσει, ώστε να περάσει την τάξη. Φυσικά, η συμφωνία που είχαν κάνει με τον πατέρα τους διαλύθηκε και τώρα ήταν αναγκασμένοι να πάνε όπου θέλουν οι γονείς τους. Ο μπαμπάς και η μαμά των παιδιών κανόνισαν να πάνε διακοπές με τον ξάδερφο του μπαμπά της Άννας και του Κώστα, τον θείο Νίκο και την οικογένειά του, δηλαδή την θεία Βούλα και τον μικρό Γιώργο, ο οποίος ήταν ένα ψηλό, άχαρο αγόρι στην ηλικία των παιδιών. Ο Γιώργος ήταν άριστος μαθητής και οι γονείς των παιδιών σκέφτηκαν ότι θα μπορούσε να βοηθήσει και τα παιδιά στα μαθήματα που δεν καταλάβαιναν.
   Όταν άκουσαν τα παιδιά τα σχέδια των γονιών τους αντέδρασαν πολύ άσχημα μιας και από όλους τους συγγενείς μόνο τον θείο Νίκο και την οικογένειά του δεν χώνευαν. Τον θεωρούσαν χαζό και χωρίς τρόπους, την θεία Βούλα την θεωρούσαν χαζή ξανθιά και τον ξάδερφό τους φυτό που διαβάζει χωρίς σταματημό και δεν ζει την ζωή.
-Εγώ δεν πάω με αυτούς διακοπές, τσίριξε η Άννα.
-Βρε, Αννούλα μου μην το παίρνεις τόσο άσχημα. Κατά βάθος ξέρεις πόσο καλοί άνθρωποι είναι, είπε η μητέρα της.
-Ναι, θυμάμαι πόσο καλοί είναι, την προηγούμενη φόρα που βγήκαμε έξω για φαγητό θυμάσαι τι έγινε? Είπε ειρωνικά ο Κώστας.
-Είπε ο θείος Νίκος ένα ανέκδοτο και όλο το μαγαζί γύρισε και μας κοίταζε. Είχαμε γίνει ρεζίλι! συμπλήρωσε η Άννα.
-Αυτή τη φορά δεν θα είναι έτσι! Θα του πούμε να μην λέει ανέκδοτα σε δημόσιους χώρους, είπε η μητέρα της και έβαλε μέσα στην βαλίτσα τα ρούχα που πέταξε η Άννα κάτω από το θυμό της.
-Τώρα είναι πολύ αργά για να το ακυρώσουμε. Όλα είναι έτοιμα! Αύριο σαλπάρουμε για Ρόδο, είπε ο πατέρας των παιδιών.
-Μα μπαμπά……. είπε αγανακτισμένος ο Κώστας.
-Τελείωσε δεν ακούω κουβέντα. Και τώρα άντε στα κρεβάτια σας γιατί αύριο θα ξυπνήσουμε νωρίς, είπε ο πατέρας τους.
  Εκείνο το βράδυ αν και τα παιδιά ξάπλωσαν νωρίς δεν κοιμήθηκαν. Σχεδίαζαν πως θα νευριάσουν τους συγγενείς τους ώστε να φύγουν και να περάσουν μόνοι τις διακοπές τους.
-Σου λέω αυτό είναι, είπε ο Κώστας.
- Καλή ιδέα. Όμως αν τους ρίξουμε καθαρκτικό θα πρέπει να τους πάμε εμείς στο νοσοκομείο και έτσι θα χαλάσουν οι δικές μας διακοπές. Πρέπει να σκεφτούμε κάτι άλλο, είπε η Άννα και αναστέναξε.
  Μάταια, όμως έμειναν ξυπνητοί όλο το βράδυ δεν βρήκαν καμιά ιδέα. Έτσι το πρωί φόρτωσαν τα πράγματα στο αμάξι και ξεκίνησαν για το λιμάνι.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2
 -Να αυτοί είναι… είπε ο Πατέρας και κατευθύνθηκε προς το συγγενικό ζευγάρι που κάθονταν στην κουπαστή του πλοίου.
-Και να μην μας το έλεγες θα το καταλαβαίναμε από μακριά. Μόνο η θεία Βούλα θα έβαζε τέτοια ρούχα, είπε η Άννα ψιθυριστά.
   Η θεία Βούλα φορούσε μια φούξια μπλούζα και ένα ασημί κολάν. Ενώ στα μαλλιά της είχε ένα κόκκινο τριαντάφυλλο.    Καθ όλη την διάρκεια του ταξιδίου ο θείος Νίκος έλεγε ανέκδοτα που μόνο σε αυτόν φαίνονταν αστεία και όλοι επιβάτες του πλοίου γύριζαν και τον κοιτούσαν.
   Οι δυο μικροί μας φίλοι δεν έβλεπαν την ώρα να φτάσουν στην Ρόδο και να ξεφορτωθούν τον ξάδελφο τους, ο οποίος τους είχε τρελάνει με τις γνώσεις του στα μαθηματικά και στα άλλα μαθήματα.
-Άντε, πότε θα φτάσουμε, ρώτησε η Άννα που τώρα είχε γίνει κατακόκκινη αλλά όχι από την ζέστη αλλά από τα νεύρα της μιας και ο ξάδερφός της προσπαθούσε να της εξηγήσει την φιλοσοφία του Πλάτωνα.
-Σε λίγο, γλυκιά μου, απάντησε η μητέρα της.
-Αλήθεια πως θα χωρίσουμε τα δωμάτια? Ρώτησε ο Γιώργος.
-Εσύ θα κοιμάσαι με τα ξαδέλφια σου, του απάντησε η θεία Βούλα.
-Πλακά μας κάνουν. Θα κοιμηθούμε όλοι μαζί? Είπε πνιχτά η Άννα.
-Δεν νομίζω να μας κάνουν πλάκα. Αλλά σκέψου πως τώρα θα έχουμε την ευκαιρία να του κάνουμε την ζωή του δύσκολη και να φύγει, της είπε ο Κώστας.
- Αυτό σκέφτομαι και δεν πέφτω στη θάλασσα, είπε η Άννα και φαντάστηκε πως θα ήταν αν πήγαιναν διακοπές με τους δικούς τους φίλους.
-Α! Κοιτάξτε! Να η Ρόδος!!!!!! φώναξε ο θείος Νίκος.
Και όπως ήταν φυσικό όλο το καράβι γύρισε και κοίταξε την Ρόδο.
-Επιτέλους!! φώναξε η Άννα.
  Ενώ ο μικρός Γιώργος έτρεξε να τραβήξει κάμερα τον μπαμπά του που έκανε μια μικρή ξενάγηση στους τουρίστες του καραβιού.
-Κοίτα! Τι κάνει εκεί ο θείος Νίκος!!!!!! είπε ο Κώστας στην αδερφή του.
-Θεέ μου! Έχουμε γίνει ρεζίλι…. είπε είναι και έβγαλε ένα βαρύ αναστεναγμό.
 Όταν κατέβηκαν από το καράβι οι δύο οικογένειες, πήγαν κατευθείαν στο ξενοδοχείο.
-Λοιπόν, παιδιά από εδώ είναι το δωμάτιό σας, είπε η θεία Βούλα.
-Ευχαριστούμε, είπε κοφτά ο Κώστας και πήρε το κλειδί από τα χέρια της.
  Μπαίνοντας στο δωμάτιο η Άννα πέταξε την τσάντα της στο πάτωμα και ξάπλωσε στο κρεβάτι δίπλα στο παράθυρο.
-Άννα, εσύ θα πάρεις εκείνο το κρεβάτι? Ρώτησε ο Γιώργος ενώ ταχτοποιούσε τα πράγματά του στην ντουλάπα.
  Η Άννα δεν του απάντησε. Τότε ο Γιώργος ρώτησε τον Κώστα:
-Εσύ πιο κρεβάτι θες?
-Το μεσαίο, είπε ο Κώστας.
  Τότε ακούστηκαν τα τακούνια της θείας Βούλας και ξεπρόβαλε από την πόρτα.
-Ελπίζω να ταχτοποιηθήκατε. Βάλτε και τα μαγιό σας γιατί πάμε στην παραλία.
-Ωραία, είπε η Άννα και πετάχτηκε από το κρεβάτι μιας και ήθελε σαν τρελή να κάνει μπάνιο και βουτιές στην θάλασσα.
  Στην παραλία πήγαν με το αυτοκίνητο. Φτάνοντας εκεί κατέβηκαν από το αμάξι και οι γονείς τις Άννας έβγαλαν τα πράγματα .Οι γονείς του Γιώργου έβγαλαν από το αμάξι τους ένα τεράστιο φουσκωτό δελφίνι.
-Τι είναι αυτό? Ρώτησε γεμάτος έκπληξη ο Κώστας.
-Το φέραμε για να παίξετε όλοι μαζί, είπε ο θείος Νίκος.
-φυσικά και θα παίξουμε, είπε ο Κώστας.
-Μα τι λες? Δεν είπαμε πως δεν θα τους μιλάμε για να φύγουν, του ψιθύρισε η Άννα στο αυτί.
-Δεν θέλω να χαλάσω το σχέδιο. Αλλά έλα τώρα να παίξουμε, να ευχαριστηθούμε τις διακοπές μας και ας αφήσουμε το σχέδιο για το ξενοδοχείο.
-Καλά θα έρθω αλλά μόνο γιατί θέλω να παίξω με το δελφίνι και όχι για τον ξάδερφό μας, είπε η Άννα και έτρεξε στη θάλασσα.
   Τα τρία παιδιά πέρασαν υπέροχες ώρες γεμάτες χαρά παίζοντας με το δελφίνι. Όταν όμως γύρισαν στο ξενοδοχείο τα δύο αδέλφια είχαν τα ίδια κατεβασμένα μούτρα με πριν. Η Άννα ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι της για ώρες, ενώ ο Κώστας πότε έπαιζε παιχνίδια στο κινητό του και πότε έλεγε καμιά κουβέντα με τον Γιώργο. Μετά από αρκετή ώρα ήρθε η μητέρα των παιδιών και είπε πως θα έβγαιναν βόλτα. Οι δυο οικογένειες βγήκαν να γνωρίσουν την νυχτερινή Ρόδο. Αφού περπάτησαν αρκετά έφτασαν έξω από ένα ταβερνάκι και αποφάσισαν να κάτσουν εκεί.
  Η Άννα και ο Κώστας καθ όλη την διάρκεια του φαγητού δεν μίλησαν καθόλου μόνο αντάλλασαν άγρια βλέμματα και πότε πότε ψιθύριζε ο ένας κάτι στο αυτί του άλλου. Οι ψίθυροι αυξήθηκαν όταν ο θείος Νίκος ήπιε δύο ποτηράκια παραπάνω και άρχισε πάλι να λέει ανέκδοτα.
-Δεν αντέχω άλλο! είπε η Άννα.
-Κουράγιο! Έβαλα τις ωτοασπίδες μέσα στην τσάντα σου, είπε ο Κώστας.
-Μισό λεπτό να τις βρω. Μα που είναι η τσάντα μου?? Φώναξε η Άννα.
-Εδώ είναι, Άννα. Είπε ο Γιώργος και της έδωσε την τσάντα.
-Α! Ευχαριστώ, είπε η Άννα
    Όμως η Άννα και ο Κώστας δεν χρειάστηκαν τις ωτοασπίδες μιας και ήρθε η ώρα να φύγουν. Όμως η μοίρα επιφύλασσε μια έκπληξη στην Άννα. Καθώς κατέβαιναν την κατηφόρα δύο άγνωστα αγόρια ακολουθούσαν την Άννα για αρκετή ώρα. Όταν την πλησίασαν αρκετά η Άννα πήγε κοντά στο αδελφό της επειδή άρχισε να φοβάται αλλά μέχρι να του πει τι της συμβαίνει και ο Κώστας να μπορέσει να αντιδράσει, ο Γιώργος είχε είδη πλησιάσει τα δύο αγόρια. Ο Γιώργος φαινόταν αποφασισμένος να τους σταματήσει. Μίλησαν μαζί για λίγο και τα αγόρια απομακρύνθηκαν τρομαγμένα.
-Ευχαριστώ!!!! είπε η Άννα που νόμιζε πως η καρδιά της θα έσπαγε από τον φόβο.
-Παρακαλώ, είπε ο Γιώργος που προσπαθούσε με κάθε τρόπο να κερδίσει την συμπάθεια της Άννας που από την ώρα που ήρθαν είχε κατεβασμένα τα μούτρα.
  Η Άννα πήγε δίπλα στον αδερφό της, ενώ στην υπόλοιπη διαδρομή κοίταζε συνεχώς πίσω της.
-Εσύ γιατί δεν με υπερασπίστηκες και άφησες τον Γιώργο? Ρώτησε η  Άννα τον αδερφό της κοιτώντας τον με άγριο βλέμμα.
-Αφού μέχρι να μου το πεις είχε πάει ήδη! είπε ο Κώστας.
-Και τώρα γιατί εσύ χρειάζεσαι μια ώρα για να καταλάβεις τι γίνεται γύρω σου, εγώ χρωστάω χάρη στον ξάδερφο...!!!!!!!!!!!!! αναφώνησε η Άννα.
-Καλά ντε, πως κάνεις έτσι? Είπαμε να μην τους μιλάμε άλλα ένα ευχαριστώ έπρεπε να του το πεις. Της απάντησε ο Κώστας.
-Ευχαριστώ του είπα αλλά……… μονολόγησε η  Άννα αφού ο αδερφός της είχε πάει μπροστά με τους γονείς τους.
Γυρίζοντας στο ξενοδοχείο η Άννα έπεσε στο κρεβάτι κοιμήθηκε κατ ευθείαν μιας και η κούραση της ημέρας την είχε καταβάλει.
  ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3
   Το πρωί τα δύο αδέρφια ξύπνησαν ακούγοντας την θεία Βούλα να φωνάζει:
-Σηκωθείτε! Ο ήλιος λάμπει έξω και τα πουλάκια κελαηδούν. Σήμερα θα πάμε στο Κάστρο των Ιπποτών και μετά για μπάνιο στη θάλασσα.
-Κατάλαβα, ο θείος θα κάνει πάλι των ξεναγό στους τουρίστες του κάστρου, είπε η Άννα στον αδερφό της.
   Όταν κατέβηκαν τα παιδιά για πρωινό οι γονείς τους είχαν ήδη φάει το πρωινό τους και έτσι περίμεναν και αυτά να φάνε. Μετά πήγαν όλοι μαζί στο κάστρο.
-Δεν είναι πολύ ωραίο? Ρώτησε ο Γιώργος την Άννα, η οποία απολάμβανε την ξενάγηση μιας και ο θείος Νίκος δεν ήταν εκεί να την χαλάσει. Έπρεπε να αλλάξει λάστιχο στο αυτοκίνητο γιατί είχε πατήσει έναν σκαντζόχοιρο στην διαδρομή και το λάστιχο έσκασε.
-Ναι, όντως είναι μαγευτικά, του απάντησε η Άννα και του χαμογέλασε για πρώτη φορά από τότε που θυμόταν τον εαυτό της μωρό.
  Τα τρία ξαδέρφια ήταν μαζί καθ όλη την διάρκεια της ξενάγησης και φαίνεται πως περνούσαν καλά μιας και όλη την ώρα γελούσαν. Ενώ τα δύο δίδυμα είχαν ξεχάσει το σχέδιό τους κατά μιας και διασκέδαζαν την βόλτα με τον ξάδερφό τους. Όταν, όμως ήρθε ο θείος Νίκος η διάθεση των διδύμων άλλαξε πάλι αφού ο θείος Νίκος άρχισε πάλι να κάνει τον ξεναγό και όλοι κοιτούσαν προς το μέρος τους.
   Το μεσημεράκι πήγαν για φαγητό σε ένα εστιατόριο δίπλα στην παραλία η Άννα έκατσε κοντά στον αδερφό της και άρχισε πάλι να του ψιθυρίζει στο αυτί.
-Ξέρεις τι κατάλαβα σήμερα?
-Τι κατάλαβες σήμερα? Την ρώτησε ειρωνικά ο αδερφός της.
-Τελικά ο ξάδερφος μια χαρά παιδί είναι. Αυτοί που μας χαλάνε τις διακοπές είναι ο θείος και η θεία ,είπε η Άννα.
-Συμφωνώ αλλά δεν γίνεται να τους διώξουμε και να κρατήσουμε μόνο τον Γιώργο, απάντησε ο αδερφός της και άφησε να ξεφύγει από τα χείλη του ένα μικρό χαχάνισμα.
-Κάτι θα σκεφτώ και γι αυτό, ψιθύρισε η Άννα στο αυτί του αδερφού της.
  Τα τρία παιδιά όταν γύρισαν στο ξενοδοχείο δεν κοιμήθηκαν καθόλου όλο το μεσημέρι. Έπαιζαν επιτραπέζια παιχνίδια, τραγουδούσαν και χόρευαν για ώρες. Ώσπου ο μπαμπάς της Άννας και του Κώστας άνοιξε την πόρτα και τους είπε πως θα πάνε στην θάλασσα. Τότε τα τρία παιδιά έκαναν σαν τρελά. Έτρεχαν από εδώ και από εκεί ψάχνοντας τα μαγιό και τα παιχνίδια θαλάσσης.
-Σήμερα θα παίξετε με το δελφίνι? Ρώτησε η θεία Βούλα.
-Όχι, μαμά σήμερα θα εξερευνήσουμε τον βυθό, απάντησε ο Γιώργος στην μαμά του.
-Να προσέχετε. Είπε ο μπαμπάς των δύο παιδιών.
   Τα παιδιά κολυμπούσαν για πολύ ώρα στο βυθό της θάλασσας, ώσπου:
-ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ!!!!!!!!! Βοήθεια κάτι με τσίμπησε!!!!!!! φώναξε έντρομη η Άννα.
-Τι έγινε????? Ρώτησε ο Κώστας που έβγαλε την μάσκα του και έτρεξε να βοηθήσει την αδερφή του.
-Βοηθήστε με να βγω έξω από την θάλασσα, παρακάλεσε η Άννα τα δύο αγόρια.  
  Ο Κώστας και ο Γιώργος έβγαλαν την Άννα από την θάλασσα και την βοήθησαν να περπατήσει μέχρι την ξαπλώστρα των γονιών τους μιας και το πόδι της πονούσε πολύ! Όταν η γονείς της είδαν το πόδι παραξενεύτηκαν μιας και δεν έμοιαζε με τσίμπημα από κάποιο ψάρι. Έμοιαζε με τσίμπημα από βελόνα.
-Αννούλα μου, είσαι σίγουρη ότι ήταν ψάρι αυτό που σε τσίμπησε? Την ρώτησε η μαμά της, η οποία της περιποιόταν το πόδι.
-Ναι, σας λέω. Τι άλλο μπορεί να ήταν? Απάντησε η Άννα.
  Τότε μια γνώστη φωνή τους έκανε να γυρίσουν και να κοιτάξουν πίσω τους. Ήταν ο θείος Νίκος.
-Συγγνώμη, Άννα. Έριξα το καλάμι μακριά και αντί για ψάρι το αγκίστρι έπιασε το πόδι σου, είπε ο θείος Νίκος και έριξε το καλάμι του στην άκρη.
-Τι????? Είπε η Άννα που έπαθε σοκ από αυτά που της είπε ο θείος της.
-Ολόκληρη θάλασσα πάνω στο πόδι της αδερφής μου έριξες το αγκίστρι σου? Ρώτησε αγανακτισμένος ο Κώστας.
-Κατά λάθος έγινε, αγόρι μου. Ο θείος δεν ήθελε το αγκίστρι να τρυπήσει την Άννα, είπε ο πατέρας του στον Κώστα.
    Ο Κώστας όμως δεν του απάντησε παρά μόνο πήγε κοντά στην Άννα και της ψιθύρισε κάτι στο αυτί.
- Σκέφτηκα τι θα κάνουμε  στον θείο για να τον ξεφορτωθούμε για λίγο, της είπε.
-Τι θα κάνουμε? Ρώτησε η Άννα ,η όποια ήθελε να εκδικηθεί τον θείο της μετά από αυτό το περιστατικό.
-Θα χαλάσουμε το καλάμι ψαρέματος, ώστε να πρέπει να πάει στην χώρα να πάρει ανταλλακτικά για να το φτιάξει και έτσι θα ξοδέψει όλο το πρωινό του σε αυτό και εμείς θα κάνουμε μπάνιο στη θάλασσα όλο το πρωί ανενόχλητοι.
-Καμιά φόρα απορώ πως έμεινες σε δύο μαθήματα με τόσο μυαλό. Λοιπόν, συμφωνώ αυτό θα κάνουμε, είπε αποφασιστικά η Άννα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4
  Τα δύο παιδιά σε όλη την διάρκεια του γυρισμού σκέφτονταν πως θα θέσουν σε εφαρμογή το σχέδιό τους. Τελικά σκέφτηκαν πως η δουλειά πρέπει να γίνει όταν γυρίσουν από το εστιατόριο.
-Θα πούμε πως δεν θέλουμε να κοιμηθούμε και πως θέλουμε να κάνουμε μια βόλτα. Έτσι θα μπορέσουμε να πάμε στα σύνεργα του θείου και να χαλάσουμε το καλάμι, είπε η Άννα στον αδερφό της.
-Δίκιο έχεις. Όταν θες να πάμε κάνε νόημα, της είπε.
   Η Άννα κατά την διάρκεια του γεύματος δεν έβγαλε κουβέντα, μόνο που και που προσποιούνταν πως πονούσε το πόδι της, ώστε να τραβήξει την προσοχή.
-Άννα είσαι καλύτερα τώρα, την ρώτησε ο Γιώργος.
-Πονάει ακόμη! απάντησε η Άννα με θυμωμένο ύφος.
- Να δεις που σε λίγο θα περάσει, της είπε ο Γιώργος θέλοντας να την παρηγορήσει.
    Η Άννα όμως δεν νοιάζονταν το τραυματισμένο πόδι της αλλά  για το σχέδιο που είχαν σκεφτεί με τον αδερφό της. Έτσι όταν έφτασαν μετά από πολύ ώρα στο ξενοδοχείο είπε στους γονείς της:
-Εγώ δεν νυστάζω. Λέω να πάω καμιά βόλτα με τον Κώστα.
-Εντάξει Άννα. Όμως μην αργήσετε, της είπε ο πατέρας της.
   Τα δύο παιδιά απομακρύνθηκαν αρκετά από τους γονείς τους και όταν πια δεν φαίνονταν άρχισαν να τρέχουν. Ώσπου έφτασαν στην αποθήκη που είχε ο θείος Νίκος το καλάμι του.
-Τι περιμένεις? Άνοιξε την πόρτα, είπε η Άννα στον αδερφό της που κοιτούσε αρκετή ώρα την πόρτα χωρίς όμως να την ανοίγει.
-Μήπως δεν είναι σωστό? Ρώτησε ο Κώστας που άρχισε να έχει από τώρα τύψεις για αυτό που θα έκανε.
-Και ήταν σωστό που με τρύπησε με το αγκίστρι? Του απάντησε η Άννα και άνοιξε αποφασίστηκα την πόρτα.
-Πού είναι το καλάμι? Ρώτησε ο Κώστας.
-Να το!! φώναξε η Άννα και το πήρε στα χέρια της.
-Τώρα τι κάνουμε?
-Αφαιρούμε όλα τα αγκίστρια και σπάμε τον μηχανισμό, είπε η Άννα.
  Τα δύο παιδιά δεν χρειαστήκαν πολύ ώρα για να χαλάσουν το καλάμι. Μετά το τοποθέτησαν εκεί που το βρήκα και έφυγαν τρέχοντας.
  Το άλλο πρωί οι φωνές του θείου Νίκου ξεσήκωσαν το ξενοδοχείο.
-Ποιος μπορεί να το έκανε? Γιατί το έκανε? Φώναζε και ξαναφώναζε.
   Τα δύο παιδιά καθ όλη την διάρκεια του πρωινού δεν έβγαλαν κουβέντα μιας και φοβόντουσαν μην προδοθούν. Τελικά όμως πέτυχαν τον στόχο τους. Ο θείος Νίκος πήγε να φτιάξει το καλάμι και τα τρία παιδιά έπαιζαν ξέγνοιαστα όλο το πρωί κάτω από τον καυτό ήλιο της θάλασσας.
-Είδες που σου έλεγα πως θα πετύχει! Τώρα ο θείος είναι στην πόλη και εμείς παίζουμε χωρίς να φοβόμαστε στην θάλασσα, είπε η Άννα με καμάρι.
-Συμφωνώ καλά περνάμε… Όμως δεν λυπάσαι τον άνθρωπο που τρέχει να βρει ανταλλάχτηκα μέσα στον καύσωνα? Την ρώτησε ο αδερφός της.
-Φυσικά και τον λυπάμαι αλλά λυπάμαι και τον εαυτό μου. Σταμάτα όμως τώρα γιατί έρχεται ο ξάδερφος.
-Σας έχω καλά νέα!! Ο μπαμπάς μου έφτιαξε το καλάμι και τώρα είναι στο δρόμο του γυρισμού.
-Τι?????? Φώναξε η Άννα.
-Τι ωραίο νέο θέλει να πει. Έτσι Άννα? Την ρώτησε ο Κώστας μιας και προσπαθούσε να καλύψει την αντίδραση της αδερφής του.
-Ναι φυσικά!!! είπε η Άννα που προσπαθούσε να μην δείχνει την απογοήτευσή της.
   Από εκείνη την στιγμή η διάθεση της Άννας άλλαξε. Στην ιδέα και μόνο πως ο θείος της θα ξανάρχιζε το ψάρεμα με το που ερχόταν, φοβόταν να μπει στην θάλασσα.
-Άννα, έλα να πάμε να κολυμπήσουμε, της είπε ο Γιώργος.
-Πάνε εσύ και θα έρθω σε λίγο εγώ, του απάντησε η Άννα που ήθελε να αποφύγει να κάνει μπάνιο όταν ο θείος ψάρευε.
     Η μικρή Άννα έμεινε για πολύ ώρα ξαπλωμένη  στην ξαπλώστρα και σκεφτόταν πως σε τρεις μέρες τελείωναν οι διακοπές και δεν είχε προλάβει να τις ευχαριστηθεί εξαιτίας των συγγενών της. Έτσι αποφάσισε να μπει στην θάλασσα γιατί θα την έβλεπε ξανά του χρόνου. Έπαιξε για αρκετή ώρα με τον αδερφό και τον ξάδερφό της, ώσπου αποφάσισε να κολυμπήσει πιο βαθιά. Όμως απομακρύνθηκε αρκετά και χωρίς να το καταλάβει πως είχε απομακρυνθεί από τα άλλα δύο παιδιά. Σε λίγο, άρχισε να τρομοκρατείται και να χάνει την ψυχραιμία της με αποτέλεσμα να σταματήσει να κολυμπά και να αρχίσει να πνίγεται.
-ΒΟΗΘΕΙΑ!! ΒΟΗΘΕΙΑ!! ΠΝΙΓΟΜΑΙ! Η Άννα φώναζε απεγνωσμένα βοήθεια όμως κανείς δεν την άκουγε γιατί ήταν μακριά από την ακτή.
   Τα κύματα άρχισαν να την τυλίγουν και πια μετά βίας μπορούσε να κρατήσει το κεφάλι της έξω από το νερό. Όμως  μέσα από τον θόρυβο των κυμάτων  η Άννα άκουσε ένα θόρυβο από πίσω της και νομίζοντας πως είναι μεγάλο ψάρι γύρισε απότομα πίσω για να δει….. Όμως η έκπληξη της ήταν μεγάλη!!!!!!! Ο θείος Νίκος έκανε βόλτα με το θαλάσσιο ποδήλατο που είχε νοικιάσει.
   Όταν την είδε ο θείος της έσπευσε να την βοηθήσει. Της έπιασε το χέρι και την τράβηξε πάνω. Όμως το χέρι της γλιστρούσε και έτσι χρειάστηκε να βουτήξει ο θείος Νίκος για να την βγάλει από την θάλασσα.  Όταν έκατσε η Άννα στο θαλάσσιο ποδήλατο δεν μπορούσε να συνειδητοποιήσει πως σώθηκε από βέβαιο θάνατο και πολύ περισσότερο ότι την έσωσε ο πιο αντιπαθητικός συγγενής της.
  Κατά την διάρκεια του γυρισμού, θείος και ανίψια είχαν την ευκαιρία να συζητήσουν και να λύσουν τις διαφωνίες που είχαν δημιουργηθεί ανάμεσά τους.
-Και πως βρέθηκες μέσα στην θάλασσα, έτοιμη να πνιγείς??? Ρώτησε ο θείος Νίκος την κατάκοπη Άννα.
-Να, είπα να κολυμπήσω λίγο και βρέθηκα να παλεύω μέσα στα κύματα!!! του απάντησε η Άννα.
-Άννα, ήθελα να σε ρωτήσω κάτι εδώ και μέρες……
-Ρώτα, θείε, του είπε η Άννα.
-Αυτές τις μέρες έχεις κάποιο πρόβλημα??? Την ρώτησε ο θείος Νίκος.
-Όχι θείε μου τίποτα……. είπε η Άννα που κοκκίνισε από την ντροπή.
-Μήπως δεν ήθελες να πάμε μαζί διακοπές?
-Κοίτα, θείε στην αρχή δεν ήθελα να έρθω .Τώρα όμως άρχισα να περνάω καλά και δεν μετάνιωσα που ήρθα. Ακόμη και με τον Γιώργο περνάω πολύ καλά. Αλλά σε παρακαλώ μην το πεις στον Γιώργο και στην θεία και νευριάσουν και φύγετε, είπε η Άννα και έσκυψε το κεφάλι γιατί κατάλαβε το λάθος της.
-Μην στεναχωριέσαι δεν θα το πω σε κανένα. Άλλα και εσύ άρχισε να γελάς και σταμάτα να έχεις αυτό το θυμωμένο βλέμμα, της είπε ο θείος Νίκος.
-Εντάξει θα σταματήσω να έχω θυμωμένο βλέμμα και θα χαμογελάω, του είπε η Άννα και χαμογέλασε.
  ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5
     Τον Κώστα καθώς και όλη την οικογένεια που κάθονταν στην παραλία τους περίμενε μια ευχάριστη έκπληξη. Η Άννα γύρισε στην ξαπλώστρα κρατώντας τον θείο της από το χέρι! Ο Κώστας δεν πίστευε στα μάτια του. Ενώ όλοι οι άλλοι είχαν μείνει άφωνοι.
     Η Άννα διηγήθηκε στον αδερφό της όλα όσα έγιναν και συμφώνησαν πως πρέπει να σταματήσουν να τους κρατούν μούτρα. Έτσι οι μέρες που ακολούθησαν ήταν γεμάτες χαρά και διασκέδαση. Τα παιδιά έπαιζαν για ώρες στην παραλία και έκαναν μπάνιο χωρίς σταματημό. Ενώ όταν πήγαιναν σε εστιατόρια και ο θείος έλεγε ανέκδοτα η Άννα ήταν η πρώτη που άρχιζε να γελά χωρίς όμως να ξέρει γιατί άρχισαν να της αρέσουν τόσο τα ανέκδοτα του θείου  της.
   Όμως όλα τα ωραία πάντοτε τελειώνουν….. Έφτασε η μέρα του γυρισμού. Η Άννα σε όλη την διάρκεια της διαδρομής κοίταζε την θάλασσα και σκεφτόταν πόσο μεγάλο λάθος έκανε και δεν μιλούσε στους συγγενείς της.
-Έφτασε η ώρα του αποχαιρετισμού, είπε ο θείος Νίκος.
-Μην στεναχωριέστε όμως του χρόνου θα ξαναπάμε διακοπές όλοι μαζί, συμπλήρωσε η θεία Βούλα.
  Οι δύο οικογένειες αποχαιρετίστηκαν και μετά από λίγο σκόρπισαν ξανά. Ενώ έδωσαν ραντεβού για του χρόνου !!!!!!
 
   
                                   ΤΕΛΟΣ


Δήμκου Άννα "Το όνειρο"

Κεφάλαιο 1ο Η μητέρα της Φωτεινής
Μια σκοτεινή νύχτα του Απρίλη γεννήθηκε ένα μικρό και χαριτωμένο κοριτσάκι. Η μητέρα του ,μια 30χρονη γυναίκα, αποφάσισε να κρατήσει την μικρή ,παρόλο που ήταν μόνη της στον κόσμο. Την ονόμασε Φωτεινή ,γιατί είχε φέρει φως στην σκοτεινή ζωή της.
Η μητέρα της Φωτεινής ονομάζονταν Γεωργία. Οι γονείς της ήταν φτωχοί αλλά την αγαπούσαν πολύ. Η Γεωργία από μικρή είχε ένα όνειρο : να γίνει γιατρός. Προσπάθησε πολύ αλλά δεν τα κατάφερε ποτέ, λόγω της φτώχιας των γονιών της και λόγω του φύλου της. Κατάφερε όμως να παντρευτεί. Δυστυχώς όμως ο άντρας της πέθανε σε τροχαίο όταν αυτή ήταν έγκυος στην Φωτεινή. Οι γονείς της είχαν πεθάνει λίγα χρόνια πριν. Γενικά η Γεωργία είχε μία όμορφη παιδική ηλικία η οποία όμως μετατράπηκε σε μία μίζερη ζωή, μετά τον θάνατο των γονιών της.
Η γέννηση της μικρής έφερε χαρά στην Γεωργία που αποφάσισε να την μεγαλώσει πάση θυσία…

Κεφάλαιο 2οη Φωτεινή μεγαλώνει και αποφασίζει να κάνει πραγματικότητα το όνειρο της μητέρας της
Η μικρή Φωτεινή άρχισε σιγά-σιγά να μεγαλώνει. Σε όλη την διάρκεια της μέχρι τότε ζωής της η μητέρα της της έλεγε ιστορίες από την ζωή της. Έτσι η μικρή έμαθε το όνειρο της μητέρας της να γίνει γιατρός και κατάλαβε ότι τελικά δεν το πραγματοποίησε.
Έτσι πήγε στο δημοτικό και εκεί έμαθε τα πρώτα της γράμματα και έκανε τις πρώτες της φιλίες. Μέσα από την βοήθεια του δασκάλου της αγάπησε τα γράμματα και αποφάσισε να πραγματοποιήσει το όνειρο της μητέρας της.
Υποσχέθηκε στον εαυτό της ότι θα τα καταφέρει όσο και αν αυτό της στοιχίσει. Δυστυχώς όμως τα εμπόδια που θα συναντούσε ήταν πολλά...

Κεφάλαιο 3ο γυμνάσιο και λύκειο
Η Φωτεινή μεγάλωσε πολύ γρηγορότερα από όσο περίμενε η μητέρα της. Έγινε μια όμορφη κοπέλα και πήγε στο γυμνάσιο. Παρόλο που ήταν ιδιαίτερα κοινωνική έκανε μόνο μία αλλά πολλή καλή φίλη , την Άννα. Η Άννα ήταν ένα χαριτωμένο και έξυπνο κορίτσι που αγαπούσε πολύ την Φωτεινή και το όνειρο της ήταν να γίνει μια πετυχημένη αρχαιολόγος και να κάνει οικογένεια. Η Φωτεινή την αγαπούσε πολύ και γενικά ήταν πολύ δεμένες.
Έτσι τα δυο κορίτσια μεγάλωσαν μαζί και πήγαν γυμνάσιο. Η Φωτεινή αποφάσισε να διαβάσει όσο περισσότερο γίνονταν ώστε να πετύχει και να βγάλει καλούς βαθμούς, με πρωταρχικό της στόχο, πάντα, να γίνει γιατρός.
Πέρασαν τα χρόνια και η Φωτεινή έβγαλε το γυμνάσιο σχετικά εύκολα και με αρκετά καλούς βαθμούς, πάντα μαζί με την κολλητή της φίλη την Άννα. Έτσι πήγε στο λύκειο. Δυστυχώς όμως τα πράγματα εκεί ήταν πολύ δυσκολότερα από όσο περίμενε. Η μητέρα της ,γύρω στα πενήντα της χρόνια, αρρώστησε βαριά και δεν μπορούσε πια να δουλέψει. Έτσι βρέθηκε ξαφνικά υπεύθυνη για τα οικονομικά του σπιτιού και την φροντίδα της μητέρας της. Κανένας δεν μπορούσε να την βοηθήσει παρά μόνο ο εαυτός της. Αποφάσισε λοιπόν να εγκαταλείψει το σχολείο για να βρει κάποια δουλειά. Αυτό όμως στάθηκε πολύ δύσκολο…
Τελικά ,μετά από μεγάλη προσπάθεια, βρήκε δουλειά σαν σερβιτόρα σε ένα εστιατόριο, με την βοήθεια της Άννας, μια και ο θείος της ήταν ιδιοκτήτης του εστιατορίου . Η ζωή της όμως είχε μετατραπεί σε μια μίζερη ζωή που την κούραζε αφάνταστα. Παρόλα αυτά το όνειρο της να γίνει γιατρός δεν είχε σβήσει από μέσα της.
Σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να συνεχίσει το σχολείο αλλά και να εργάζεται παράλληλα. Αυτό όμως ήταν αδύνατο, γιατί η δουλειά της ήταν πρωινή. Έψαξε λοιπόν για ένα νυχτερινό σχολείο και τελικά βρήκε αυτό που έψαχνε. Έτσι συνέχισε το σχολείο και εξακολούθησε να διαβάζει για να πετύχει…

Κεφάλαιο 4ο εξετάσεις για το πανεπιστήμιο
Όταν η Φωτεινή έφτασε στον 3ο χρόνο του λυκείου ήρθε η ώρα να δώσει εξετάσεις για να περάσει στο πανεπιστήμιο. Άρχισε να διαβάζει χωρίς να σταματάει ούτε λεπτό γιατί έπρεπε οπωσδήποτε να περάσει. Δεν είχε χρόνο για άλλη ευκαιρία.
Ήρθαν λοιπόν οι διακοπές για το Πάσχα. Η Φωτεινή διάβαζε και διάβαζε χωρίς σταματημό ολόκληρες τις διακοπές. Η Άννα την έβλεπε να διαβάζει τόσο πολύ που έφτασε σε σημείο να ανησυχεί για την φίλη της. Της πρότεινε συχνά να βγαίνουν έξω αλλά η Φωτεινή αρνούνταν, γιατί ήθελε να διαβάσει.
Έτσι πέρασαν οι διακοπές του Πάσχα. Μετά από αυτές άρχιζαν οι εξετάσεις για τα παιδιά του 3ου έτους του λυκείου. Οι εξετάσεις λοιπόν άρχισαν και η Φωτεινή τα πήγαινε αρκετά καλά. Όλα κύλησαν ρολόι. Ήξερε τα θέματα και τα πήγαινε υπέροχα.
Τελείωσαν λοιπόν οι εξετάσεις και ήρθε η ώρα των αποτελεσμάτων. Με μεγάλη της χαρά η Φωτεινή είδε ότι τελικά είχε περάσει στο πανεπιστήμιο! Το μόνο κακό ήταν ότι είχε περάσει σε ένα μέρος αρκετά μακριά από το σπίτι της και από το μέρος όπου είχε περάσει η Άννα. Αυτή είχε περάσει κοντά στην πόλη όπου κατοικούσαν και η Φωτεινή για πρώτη φορά ζήλεψε την φίλη της. «γιατί αυτή να περάσει κοντά στην πόλη μας ενώ εγώ στην άλλη άκρη του κόσμου…?» σκέφτηκε. Αλλά προσπάθησε να διώξει αυτήν την σκέψη αυτή από το μυαλό της. Η Άννα ήταν φίλη της δεν έπρεπε να την ζηλεύει. Παρόλα αυτά η σκέψη αυτή δεν έλεγε να φύγει…

Κεφάλαιο 5ο αναχώρηση
Ήρθε λοιπόν η ώρα που η Φωτεινή έπρεπε να φύγει για να πάει στη πόλη όπου είχε περάσει. Ο μόνος τρόπος για να φτάσει εκεί ήταν να πάρει τρένο. Έκλεισε τα εισιτήρια και η αναχώρηση της ήταν την μεθεπόμενη μέρα. Άρχισε να πακετάρει τα πράγματα της, ώστε να είναι έτοιμη την ημέρα της αναχώρησης.
Οι δύο αυτές μέρες πέρασαν πολύ γρήγορα για την Φωτεινή και η μέρα που θα έφευγε από το σπίτι της ήρθε. Ξύπνησε πολύ νωρίς εκείνη τη μέρα και ξεκίνησε για τον σταθμό μαζί με την μητέρα της που δεν μπορούσε να σταματήσει να κλαίει. Όταν έφτασαν στον σταθμό η Φωτεινή αντίκρισε με μεγάλη της ευχαρίστηση όλους τους φίλους της που είχαν έρθει να την αποχαιρετήσουν. Φυσικά εκεί βρίσκονταν και η Άννα. Μόλις είδε την φίλη της βούρκωσε. Πόσο καιρό θα έκανε άραγε να την δει…? Το μόνο σίγουρο ήταν ότι θα την ξαναέβλεπε κάποτε. Αγκαλιάστηκαν σφιχτά και υποσχέθηκαν ότι θα ειδωθούν ξανά στο άμεσο μέλλον. Έτσι η Φωτεινή ανέβηκε στο τρένο που θα την πήγαινε σε ένα άγνωστο για αυτήν κόσμο…

Κεφάλαιο 6ο η εγκατάσταση στη νέα πόλη
Μέτα από δύο μέρες ταξιδιού η Φωτεινή έφτασε στον προορισμό της. Μόλις πάτησε το πόδι της στον σταθμό πελάγωσε. Ήταν συνηθισμένη να ζει σε μία φιλήσυχη κοινωνία με λίγους ανθρώπους που όλοι γνωρίζονταν μεταξύ τους. Τώρα όμως βρισκόταν μέσα σε τόσο πολύ κόσμο που τα έχασε. «είναι τόσοι πολλοί… πώς θα επιβιώσω ανάμεσα τους..?» σκέφτηκε. Και ενώ τα σκεφτόταν όλα αυτά εμφανίστηκε μπροστά της ένας άνθρωπος, ο οποίος ήταν υπεύθυνος για να την μεταφέρει στο σπίτι που θα την φιλοξενούσε.
Αυτοί που θα την φιλοξενούσαν ήταν παλιοί φίλοι του πατέρα της και χάρηκαν πολύ όταν έμαθαν ότι η κόρη του φίλου τους ακολουθούσε το όνειρο της και δέχτηκαν αμέσως να την φιλοξενήσουν.
Ο κύριος που θα την μετέφερε στο σπίτι της συστήθηκε ως Πήτερ. Ο Πήτερ ήταν ένας συμπαθητικός άνθρωπος ,γύρω στα εξήντα, και τα χέρια του ήταν ροζιασμένα από την πολύ δουλειά. Αυτά ήταν τα πρώτα στοιχεία που πρόσεξε η Φωτεινή. Όταν αργότερα τον γνώρισε καλύτερα κατάλαβε ότι ήταν ένας καλοκάγαθος άνθρωπος που αγαπούσε τα ζώα…
Η Φωτεινή επιβιβάστηκε στο αυτοκίνητο του Πήτερ και έτσι ξεκίνησαν για το σπίτι όπου θα φιλοξενούνταν. Καθ’ όλη την διαδρομή η Φωτεινή περιεργάζονταν την πόλη όπου θα έμενε για ένα αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα. Ήταν συνηθισμένη να ζει σε ένα μικρό τόπο με λίγους κατοίκους και τώρα μπροστά της απλώνονταν μία τεράστια πόλη με χιλιάδες ανθρώπους. Θα έπρεπε να μάθει να ζει σε μία τέτοια πόλη όσο δύσκολο και αν της ήταν.
Μέτα από λίγη ώρα έφτασαν στο σπίτι. Ήταν μεγάλο και πρόδιδε την καλή οικονομική κατάσταση της οικογένειας. Από έξω απλώνονταν ένας μεγάλος κήπος με πανέμορφα λουλούδια. Ο Πήτερ την οδήγησε μέσα στο σπίτι όπου ήταν μαζεμένη ολόκληρη η οικογένεια για να την υποδεχτεί. Ο κύριος του σπιτιού την υποδέχτηκε και συστήθηκε ως Χαράλαμπος ,ο άντρας αυτός φάνηκε ιδιαίτερα συμπαθής στην Φωτεινή, μια και είχε ένα υπέροχο εγκάρδιο χαμόγελο! Μέτα, σειρά είχε η σπιτονοικοκυρά, η οποία συστήθηκε ως Σοφία. Το βλέμμα της ήταν πολύ ψυχρό προς την Φωτεινή και αυτό την έκανε να την αντιπαθήσει από την πρώτη στιγμή. Και τέλος η μικρή Έφη, ένα χαριτωμένο κοριτσάκι, γύρω στα έξι, που κοιτούσε την Φωτεινή με φανερή περιέργεια. Η οικογένεια αυτή ήταν ιδιόρρυθμη και της φάνηκε ιδιαίτερα παράξενη…
Μετά από την παρουσίαση των προσώπων της οικογένειας η Σοφία οδήγησε την Φωτεινή στο δωμάτιο όπου θα έμενε. Ήταν ένα μικρό και στενάχωρο δωμάτιο. Μόλις το είδε της έμοιασε με φυλακή αλλά δεν είπε τίποτα. Η Σοφία της μίλησε για πρώτη φορά και της είπε ότι στο σπίτι της υπήρχαν κανόνες, τους οποίους δεν έπρεπε να τους παραβεί γιατί θα έπαιρνε πόδι. «μα τι αντιπαθητικός άνθρωπος..?» σκέφτηκε «αντί να με καλωσορίσει μου λέει ότι θα φύγω αν κάνω κάποιο λάθος!». Παρόλα αυτά δεν μίλησε. «δεν θα μπορέσει με να διώξει με τίποτα από εδώ μέσα!» είπε στον εαυτό της. Η Σοφία εξαφανίστηκε και η Φωτεινή έμεινε μόνη της στο δωμάτιο που θα έμενε για ένα αρκετά μεγάλο διάστημα. Έκατσε εκεί για πολύ ώρα και σκέφτονταν. Θυμήθηκε την Άννα. Τι να έκανε άραγε? Ήλπιζε να είναι καλά. Και όντως ήταν πολύ καλά…

Κεφάλαιο 7ο-Άννα
Η Άννα είχε περάσει σε μία πόλη πολύ πιο κοντά στην παλιά της πόλη. Είχε περάσει αρχαιολογία, όπως ακριβώς είχε ονειρευτεί. Για το μόνο που στεναχωριόταν ήταν η Φωτεινή που ήταν μακριά της. Άλλα δεν μπορούσε να κάνει κάτι για αυτό. Όταν η Φωτεινή έφυγε η Άννα έμεινε στη πόλη της και θα έφευγε ένα μήνα αργότερα. Πέρασε αυτός ο μήνας λοιπόν και έτσι έφυγε για την πόλη όπου είχε περάσει. Εγκαταστάθηκε σε ένα σπίτι το οποίο νοίκιαζε, μια και η οικογένεια της ήταν ευκατάστατη. Τα μαθήματα ξεκίνησαν πολύ γρήγορα και η Άννα τα παρακολουθούσε με ενδιαφέρον μια και ήθελε να περάσει. Εκεί γνώρισε μια κοπέλα, την Νάσια. Είχαν κοινά ενδιαφέροντα και ήταν και οι δύο μόνες τους στην πόλη. Έτσι έγιναν πολύ καλές φίλες. Η Άννα έβλεπε στην Νάσια το πρόσωπο της Φωτεινής και έτσι της έλειπε λιγότερο η κολλητή της. Όμως η Νάσια δεν μπορούσε να την αντικαταστήσει. Έτσι οι μέρες περνούσαν ευχάριστα για την Άννα, η οποία βρίσκονταν όλο και πιο κοντά στον δικό της στόχο, να γίνει αρχαιολόγος…

Κεφάλαιο 8ο- η Φωτεινή στην νέα της πόλη
Η Φωτεινή, λοιπόν, κάθονταν στο κρεβάτι της και σκεφτόταν την Άννα, όταν χτύπησε η πόρτα του δωματίου. Ήταν η Σοφία. Της είπε ότι τώρα ήταν η ώρα του φαγητού και ότι έπρεπε να κατέβει κάτω για να γευματίσει και έφυγε. Η Φωτεινή σηκώθηκε τακτοποιήθηκε και κατέβηκε κάτω. Το φαγητό ήταν αρκετά καλό αλλά η ατμόσφαιρα ήταν ψυχρή, αφού κανένας δεν μιλούσε. Έτσι τελείωσε το 1ο γεύμα της Φωτεινής στο σπίτι. Τότε σηκώθηκε και ξαναπήγε στο δωμάτιο της. Έμεινε εκεί όλη την υπόλοιπη ημέρα και σκέφτονταν την παλιά ζωή της…
Την επόμενη ημέρα άρχιζαν τα μαθήματα. Το 1ο μάθημα της φάνηκε ευχάριστο και ο καθηγητής επίσης συμπαθητικός. Όταν γύρισε στο σπίτι είδε την οικογένεια να τρώει. Η Σοφία μόλις την είδε να μπαίνει της είπε ότι είχε αργήσει και ότι κανονικά δεν θα επιτρέπονταν να κάτσει αλλά επειδή δεν ήξερε ακόμα τους κανόνες θα έτρωγε μαζί τους. Μετά το γεύμα η Φωτεινή ανέβηκε στο δωμάτιο της για να διαβάσει. Τότε η Σοφία μπήκε μέσα κρατώντας ένα χαρτί. «οι κανόνες του σπιτιού» είπε και έφυγε. Η Φωτεινή πήρε το χαρτί και το κοίταξε περίεργα. «μα τι χαζό να μου φέρει τους κανόνες σε χαρτί… δεν μπορούσε να μου τους πει? Ε δεν θα είναι και τόσοι πολλοί» σκέφτηκε. Ήταν όμως τόσοι πολλοί που βαρέθηκε να τους διαβάζει. «ε δεν θα είναι τόσο δύσκολο να τους τηρήσω. Θα τα καταφέρω.». Ήταν πολύ δύσκολο όμως. Έπρεπε να κάνει όλη την μέρα ησυχία για να μην ενοχλεί το 5χρονο που διάβαζε. Όταν όμως εκείνη προσπαθούσε να διαβάσει μέσα στο σπίτι γινόταν χαμός. Έτσι αναγκάζονταν να διαβάζει αργά το βράδυ και το πρωί να πηγαίνει για τα μαθήματα.
Έτσι πέρασε ένας μήνας. Τα νεύρα όμως της Φωτεινής είχαν σπάσει! Δεν άντεχε άλλο και αποφάσισε να φύγει. Πως θα συντηρούνταν όμως? Αποφάσισε να βρει πρώτα μια δουλειά μετά ένα μικρό σπίτι για να νοικιάσει και έτσι να φύγει. Αυτό δεν ήταν και τόσο δύσκολο και έτσι η Φωτεινή, αφού είχε βρει σπίτι και δουλειά ,εγκατέλειψε την οικογένεια. Έτσι μετακόμισε στο καινούριο της σπίτι. Τι σπίτι δηλαδή, ένα δυαράκι στο κέντρο της πόλης με μικρό ενοίκιο.
Η ζωή της από εδώ και πέρα ήταν πολύ κουραστική, από την δουλειά στο πανεπιστήμιο και από το πανεπιστήμιο στη δουλειά. Αλλά αυτό δεν την πείραζε, γιατί το όνειρο της όλο και πλησίαζε στην πραγματοποίηση του.

Κεφάλαιο 9ο εξεταστική
Έτσι πέρασε ο καιρός –η Φωτεινή βρίσκετε τώρα στο 3ο έτος - και ήρθε η ώρα για τις τελικές εξετάσεις. Αν περνούσε θα έπαιρνε το πτυχίο της. Έτσι ξεκίνησε το διάβασμα. Διάβαζε όλη την μέρα και όλη την νύχτα. Διάβαζε τόσο πολύ που δεν πήγαινε καν στην δουλειά. Μέτα από λίγο καιρό ήρθε η ώρα των εξετάσεων. Η Φωτεινή έδωσε εξετάσεις και, προς μεγάλη της χαρά, πέρασε σε όλα τα μαθήματα εκτός από τρία. Ήταν τόσο χαρούμενη! Άλλα τρία μαθήματα και θα έπαιρνε το πτυχίο της! Θα γινόταν μια πτυχιούχος γιατρός. Παρόλο που ήταν τόσο ενθουσιασμένη δεν σταμάτησε να διαβάζει. Έπρεπε να περάσει και σε αυτά τα τρία μαθήματα για να πάρει το πτυχίο της. Και πέρασε! Έτσι μετά από τόσους κόπους είχε καταφέρει να γίνει γιατρός! Γιατρός με πτυχίο. Τι πείραζε που είχε περάσει με 5. Σημασία είχε ότι πλέον ήταν πτυχιούχος.
Η χαρά της αυτή όμως έφυγε πολύ γρήγορα, γιατί τώρα μπορεί να είχε πάρει πτυχίο αλλά μετά? Τα θα έκανε τώρα? Που θα πήγαινε? Που θα εξασκούσε το επάγγελμα της? Μετά από πολύ σκέψη κατέληξε στο ότι θα μπορούσε να πάει στην πόλη της, στο σπίτι της και εκεί, μια και δεν υπήρχε γιατρός μπορούσε αυτή να αναπληρώσει αυτή τη θέση και έτσι να εξασκήσει το επάγγελμα της. Έτσι ξεκίνησε με μεγάλη χαρά για την πόλη της όπου θα έβλεπε την Άννα και την πολυαγαπημένη της μητέρα.

Κεφάλαιο 10ο-επιστροφή
Η Φωτεινή μπήκε λοιπόν στο τρένο που θα την πήγαινε στην πόλη της, στο σπίτι της. Η διαδρομή της φάνηκε ατελείωτη, ανυπομονούσε να φτάσει. Σκεφτόταν το σπίτι της ,την Άννα, την μαμά της, τους φίλους της, την πανέμορφη πόλη της. Στην πραγματικότητα ήταν μια μικρή κωμόπολη με λιγοστούς κατοίκους και λίγα μαγαζιά. Αλλά η Φωτεινή την έβλεπε σαν μία πανέμορφη πόλη, μια και της είχε λείψει τόσο πολύ! Μέσα σε αυτές τις σκέψεις έφτασε στην πόλη της.
Μόλις κατέβηκε βούρκωσε. Είχε να πατήσει το πόδι εκεί πάνω από τρία χρόνια. Άρχισε να τρέχει με σκοπό να φτάσει στο σπίτι της και να αντικρίσει την μητέρα της. Όταν όμως έφτασε εκεί δεν βρήκε κανένα. Το σπίτι ήταν έρημο και φαίνονταν σαν να μην είχε ζήσει κάποιος εκεί για καιρό. Ένιωσε πολύ περίεργα. Πήγε γρήγορα να ρωτήσει την γειτόνισσα, κάτι θα ήξερε σίγουρα. Την καλησπέρισε και την ρώτησε αμέσως που ήταν η μητέρα της. Εκείνη δίστασε, πως θα έλεγε στην Φωτεινή ότι η μητέρα της είχε πεθάνει. Η Φωτεινή όμως την πίεσε και εκείνη αναγκάστηκε να της πει το μακάβριο νέο. «μα πως? Γιατί?» είπε. Και τότε η γειτόνισσα της τα εξήγησε όλα. Λίγο καιρό μετά από την αναχώρηση της Φωτεινής η Γεωργία είχε πάθει, για άλλη μια φορά την ίδια βαριά ασθένεια. Αυτή τη φορά όμως δεν κατάφερε να την ξεπεράσει και έτσι πέθανε. Προσπάθησαν να την ειδοποιήσουν αλλά δεν τα κατάφεραν. Ήξεραν την διεύθυνση της οικογένειας που έμενε στην αρχή αλλά έμαθαν ότι είχε φύγει και έτσι δεν κατάφεραν να την ειδοποιήσουν. Όταν τα άκουσε αυτά η Φωτεινή κόντεψε να λιποθυμήσει. Η μητέρα της, το πιο αγαπημένο της πρόσωπο είχε πεθάνει! Δεν μπορούσε να το συνειδητοποιήσει! Η μόνη που της είχε μείνει πια ήταν η Άννα, ναι η Άννα, αυτή μπορούσε να την βοηθήσει να ξεπεράσει αυτά που άκουσε, μόνο αυτή! Σηκώθηκε από την καρέκλα που την είχε καθίσει η γειτόνισσα και έτρεξε στο σπίτι της Άννας. Εκείνη είχε επιστρέψει στην πόλη, πτυχιούχος και αυτή, πριν από λίγες μέρες. Η Φωτεινή, λοιπόν, έφτασε στο σπίτι της κολλητής της σε έξαλλη κατάσταση. Χτύπησε την πόρτα και άνοιξε η ίδια η Άννα.
Μόλις τα δύο κορίτσια συναντήθηκαν αγκαλιάστηκαν κλαίγοντας. Επιτέλους μετά από τόσο καιρό έβρισκαν η μία την άλλη! Η Φωτεινή, που μόλις άκουσε τα κακά νέα ένιωσε μόνη στον κόσμο, τώρα ένιωθε ασφαλής κοντά στην Άννα. Μετά από αρκετή ώρα τα κορίτσια άφησαν η μια την άλλη και άρχισαν να συζητούν. Η Άννα με το κέφι της και την καλή της διάθεση έκανε την Φωτεινή να ξεχάσει τον θάνατο της μητέρας της. Έτσι για τις επόμενες ημέρες η Άννα ήταν στο πλευρό της φίλης της και την έκανε να ξεπεράσει τον θάνατο του πιο αγαπημένου της προσώπου. Έτσι πέρασε λίγος καιρός και η Φωτεινή συνήλθε τελείως από το σοκ που έπαθε.

Κεφάλαιο 11ο-η πρώτη και οριστική δουλειά την Φωτεινής
Η Φωτεινή λοιπόν έψαξε να βρει κάποια δουλειά στην πόλη της. Λόγω της έλλειψης κάποιου γιατρού αυτό δεν της στάθηκε καθόλου δύσκολο. Έτσι έπιασε δουλειά στους κατοίκους της πόλης της. Η Άννα είχε βρει δουλειά σε ένα μουσείο πολύ κοντά στον τόπο της, μπορούσε να πηγαίνει εκεί κάθε μέρα, μια και η απόσταση ήταν μόλις 15 λεπτά. Έτσι και οι δύο φίλες βρήκαν δουλειά και ζούσαν με τα δικά τους χρήματα.
Περνούσαν, έτσι, τα χρόνια και όλα ήταν υπέροχα και για τα δύο κορίτσια που είχαν παντρευτεί και ζούσαν ευτυχισμένα. Κάποια στιγμή η Φωτεινή γέννησε ένα κοριτσάκι που το ονόμασε Γεωργία. Όταν το κοριτσάκι έγινε πέντε ετών η Φωτεινή πήγε στον τάφο της μητέρας της. Έσκυψε εκεί και είπε «είδες, μητέρα? Τα κατάφερα! έκανα οικογένεια και πάνω από όλα έγινα γιατρός! Ναι μητέρα… τα κατάφερα! Κατάφερα να εκπληρώσω το όνειρο σου! Και τώρα ετοιμάζω ένα καινούριο γιατρό, την κόρη μου την Γεωργία. Ναι μητέρα και αυτή θέλει να γίνει γιατρός. Για εσένα και μόνο τα κατάφερα! προσπάθησα και τα κατάφερα! Τελικά μετά από προσπάθεια όλα τα όνειρα πραγματοποιούνται..!»