Δευτέρα, 21 Μαρτίου 2011

Δήμκου Άννα "Το όνειρο"

Κεφάλαιο 1ο Η μητέρα της Φωτεινής
Μια σκοτεινή νύχτα του Απρίλη γεννήθηκε ένα μικρό και χαριτωμένο κοριτσάκι. Η μητέρα του ,μια 30χρονη γυναίκα, αποφάσισε να κρατήσει την μικρή ,παρόλο που ήταν μόνη της στον κόσμο. Την ονόμασε Φωτεινή ,γιατί είχε φέρει φως στην σκοτεινή ζωή της.
Η μητέρα της Φωτεινής ονομάζονταν Γεωργία. Οι γονείς της ήταν φτωχοί αλλά την αγαπούσαν πολύ. Η Γεωργία από μικρή είχε ένα όνειρο : να γίνει γιατρός. Προσπάθησε πολύ αλλά δεν τα κατάφερε ποτέ, λόγω της φτώχιας των γονιών της και λόγω του φύλου της. Κατάφερε όμως να παντρευτεί. Δυστυχώς όμως ο άντρας της πέθανε σε τροχαίο όταν αυτή ήταν έγκυος στην Φωτεινή. Οι γονείς της είχαν πεθάνει λίγα χρόνια πριν. Γενικά η Γεωργία είχε μία όμορφη παιδική ηλικία η οποία όμως μετατράπηκε σε μία μίζερη ζωή, μετά τον θάνατο των γονιών της.
Η γέννηση της μικρής έφερε χαρά στην Γεωργία που αποφάσισε να την μεγαλώσει πάση θυσία…

Κεφάλαιο 2οη Φωτεινή μεγαλώνει και αποφασίζει να κάνει πραγματικότητα το όνειρο της μητέρας της
Η μικρή Φωτεινή άρχισε σιγά-σιγά να μεγαλώνει. Σε όλη την διάρκεια της μέχρι τότε ζωής της η μητέρα της της έλεγε ιστορίες από την ζωή της. Έτσι η μικρή έμαθε το όνειρο της μητέρας της να γίνει γιατρός και κατάλαβε ότι τελικά δεν το πραγματοποίησε.
Έτσι πήγε στο δημοτικό και εκεί έμαθε τα πρώτα της γράμματα και έκανε τις πρώτες της φιλίες. Μέσα από την βοήθεια του δασκάλου της αγάπησε τα γράμματα και αποφάσισε να πραγματοποιήσει το όνειρο της μητέρας της.
Υποσχέθηκε στον εαυτό της ότι θα τα καταφέρει όσο και αν αυτό της στοιχίσει. Δυστυχώς όμως τα εμπόδια που θα συναντούσε ήταν πολλά...

Κεφάλαιο 3ο γυμνάσιο και λύκειο
Η Φωτεινή μεγάλωσε πολύ γρηγορότερα από όσο περίμενε η μητέρα της. Έγινε μια όμορφη κοπέλα και πήγε στο γυμνάσιο. Παρόλο που ήταν ιδιαίτερα κοινωνική έκανε μόνο μία αλλά πολλή καλή φίλη , την Άννα. Η Άννα ήταν ένα χαριτωμένο και έξυπνο κορίτσι που αγαπούσε πολύ την Φωτεινή και το όνειρο της ήταν να γίνει μια πετυχημένη αρχαιολόγος και να κάνει οικογένεια. Η Φωτεινή την αγαπούσε πολύ και γενικά ήταν πολύ δεμένες.
Έτσι τα δυο κορίτσια μεγάλωσαν μαζί και πήγαν γυμνάσιο. Η Φωτεινή αποφάσισε να διαβάσει όσο περισσότερο γίνονταν ώστε να πετύχει και να βγάλει καλούς βαθμούς, με πρωταρχικό της στόχο, πάντα, να γίνει γιατρός.
Πέρασαν τα χρόνια και η Φωτεινή έβγαλε το γυμνάσιο σχετικά εύκολα και με αρκετά καλούς βαθμούς, πάντα μαζί με την κολλητή της φίλη την Άννα. Έτσι πήγε στο λύκειο. Δυστυχώς όμως τα πράγματα εκεί ήταν πολύ δυσκολότερα από όσο περίμενε. Η μητέρα της ,γύρω στα πενήντα της χρόνια, αρρώστησε βαριά και δεν μπορούσε πια να δουλέψει. Έτσι βρέθηκε ξαφνικά υπεύθυνη για τα οικονομικά του σπιτιού και την φροντίδα της μητέρας της. Κανένας δεν μπορούσε να την βοηθήσει παρά μόνο ο εαυτός της. Αποφάσισε λοιπόν να εγκαταλείψει το σχολείο για να βρει κάποια δουλειά. Αυτό όμως στάθηκε πολύ δύσκολο…
Τελικά ,μετά από μεγάλη προσπάθεια, βρήκε δουλειά σαν σερβιτόρα σε ένα εστιατόριο, με την βοήθεια της Άννας, μια και ο θείος της ήταν ιδιοκτήτης του εστιατορίου . Η ζωή της όμως είχε μετατραπεί σε μια μίζερη ζωή που την κούραζε αφάνταστα. Παρόλα αυτά το όνειρο της να γίνει γιατρός δεν είχε σβήσει από μέσα της.
Σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να συνεχίσει το σχολείο αλλά και να εργάζεται παράλληλα. Αυτό όμως ήταν αδύνατο, γιατί η δουλειά της ήταν πρωινή. Έψαξε λοιπόν για ένα νυχτερινό σχολείο και τελικά βρήκε αυτό που έψαχνε. Έτσι συνέχισε το σχολείο και εξακολούθησε να διαβάζει για να πετύχει…

Κεφάλαιο 4ο εξετάσεις για το πανεπιστήμιο
Όταν η Φωτεινή έφτασε στον 3ο χρόνο του λυκείου ήρθε η ώρα να δώσει εξετάσεις για να περάσει στο πανεπιστήμιο. Άρχισε να διαβάζει χωρίς να σταματάει ούτε λεπτό γιατί έπρεπε οπωσδήποτε να περάσει. Δεν είχε χρόνο για άλλη ευκαιρία.
Ήρθαν λοιπόν οι διακοπές για το Πάσχα. Η Φωτεινή διάβαζε και διάβαζε χωρίς σταματημό ολόκληρες τις διακοπές. Η Άννα την έβλεπε να διαβάζει τόσο πολύ που έφτασε σε σημείο να ανησυχεί για την φίλη της. Της πρότεινε συχνά να βγαίνουν έξω αλλά η Φωτεινή αρνούνταν, γιατί ήθελε να διαβάσει.
Έτσι πέρασαν οι διακοπές του Πάσχα. Μετά από αυτές άρχιζαν οι εξετάσεις για τα παιδιά του 3ου έτους του λυκείου. Οι εξετάσεις λοιπόν άρχισαν και η Φωτεινή τα πήγαινε αρκετά καλά. Όλα κύλησαν ρολόι. Ήξερε τα θέματα και τα πήγαινε υπέροχα.
Τελείωσαν λοιπόν οι εξετάσεις και ήρθε η ώρα των αποτελεσμάτων. Με μεγάλη της χαρά η Φωτεινή είδε ότι τελικά είχε περάσει στο πανεπιστήμιο! Το μόνο κακό ήταν ότι είχε περάσει σε ένα μέρος αρκετά μακριά από το σπίτι της και από το μέρος όπου είχε περάσει η Άννα. Αυτή είχε περάσει κοντά στην πόλη όπου κατοικούσαν και η Φωτεινή για πρώτη φορά ζήλεψε την φίλη της. «γιατί αυτή να περάσει κοντά στην πόλη μας ενώ εγώ στην άλλη άκρη του κόσμου…?» σκέφτηκε. Αλλά προσπάθησε να διώξει αυτήν την σκέψη αυτή από το μυαλό της. Η Άννα ήταν φίλη της δεν έπρεπε να την ζηλεύει. Παρόλα αυτά η σκέψη αυτή δεν έλεγε να φύγει…

Κεφάλαιο 5ο αναχώρηση
Ήρθε λοιπόν η ώρα που η Φωτεινή έπρεπε να φύγει για να πάει στη πόλη όπου είχε περάσει. Ο μόνος τρόπος για να φτάσει εκεί ήταν να πάρει τρένο. Έκλεισε τα εισιτήρια και η αναχώρηση της ήταν την μεθεπόμενη μέρα. Άρχισε να πακετάρει τα πράγματα της, ώστε να είναι έτοιμη την ημέρα της αναχώρησης.
Οι δύο αυτές μέρες πέρασαν πολύ γρήγορα για την Φωτεινή και η μέρα που θα έφευγε από το σπίτι της ήρθε. Ξύπνησε πολύ νωρίς εκείνη τη μέρα και ξεκίνησε για τον σταθμό μαζί με την μητέρα της που δεν μπορούσε να σταματήσει να κλαίει. Όταν έφτασαν στον σταθμό η Φωτεινή αντίκρισε με μεγάλη της ευχαρίστηση όλους τους φίλους της που είχαν έρθει να την αποχαιρετήσουν. Φυσικά εκεί βρίσκονταν και η Άννα. Μόλις είδε την φίλη της βούρκωσε. Πόσο καιρό θα έκανε άραγε να την δει…? Το μόνο σίγουρο ήταν ότι θα την ξαναέβλεπε κάποτε. Αγκαλιάστηκαν σφιχτά και υποσχέθηκαν ότι θα ειδωθούν ξανά στο άμεσο μέλλον. Έτσι η Φωτεινή ανέβηκε στο τρένο που θα την πήγαινε σε ένα άγνωστο για αυτήν κόσμο…

Κεφάλαιο 6ο η εγκατάσταση στη νέα πόλη
Μέτα από δύο μέρες ταξιδιού η Φωτεινή έφτασε στον προορισμό της. Μόλις πάτησε το πόδι της στον σταθμό πελάγωσε. Ήταν συνηθισμένη να ζει σε μία φιλήσυχη κοινωνία με λίγους ανθρώπους που όλοι γνωρίζονταν μεταξύ τους. Τώρα όμως βρισκόταν μέσα σε τόσο πολύ κόσμο που τα έχασε. «είναι τόσοι πολλοί… πώς θα επιβιώσω ανάμεσα τους..?» σκέφτηκε. Και ενώ τα σκεφτόταν όλα αυτά εμφανίστηκε μπροστά της ένας άνθρωπος, ο οποίος ήταν υπεύθυνος για να την μεταφέρει στο σπίτι που θα την φιλοξενούσε.
Αυτοί που θα την φιλοξενούσαν ήταν παλιοί φίλοι του πατέρα της και χάρηκαν πολύ όταν έμαθαν ότι η κόρη του φίλου τους ακολουθούσε το όνειρο της και δέχτηκαν αμέσως να την φιλοξενήσουν.
Ο κύριος που θα την μετέφερε στο σπίτι της συστήθηκε ως Πήτερ. Ο Πήτερ ήταν ένας συμπαθητικός άνθρωπος ,γύρω στα εξήντα, και τα χέρια του ήταν ροζιασμένα από την πολύ δουλειά. Αυτά ήταν τα πρώτα στοιχεία που πρόσεξε η Φωτεινή. Όταν αργότερα τον γνώρισε καλύτερα κατάλαβε ότι ήταν ένας καλοκάγαθος άνθρωπος που αγαπούσε τα ζώα…
Η Φωτεινή επιβιβάστηκε στο αυτοκίνητο του Πήτερ και έτσι ξεκίνησαν για το σπίτι όπου θα φιλοξενούνταν. Καθ’ όλη την διαδρομή η Φωτεινή περιεργάζονταν την πόλη όπου θα έμενε για ένα αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα. Ήταν συνηθισμένη να ζει σε ένα μικρό τόπο με λίγους κατοίκους και τώρα μπροστά της απλώνονταν μία τεράστια πόλη με χιλιάδες ανθρώπους. Θα έπρεπε να μάθει να ζει σε μία τέτοια πόλη όσο δύσκολο και αν της ήταν.
Μέτα από λίγη ώρα έφτασαν στο σπίτι. Ήταν μεγάλο και πρόδιδε την καλή οικονομική κατάσταση της οικογένειας. Από έξω απλώνονταν ένας μεγάλος κήπος με πανέμορφα λουλούδια. Ο Πήτερ την οδήγησε μέσα στο σπίτι όπου ήταν μαζεμένη ολόκληρη η οικογένεια για να την υποδεχτεί. Ο κύριος του σπιτιού την υποδέχτηκε και συστήθηκε ως Χαράλαμπος ,ο άντρας αυτός φάνηκε ιδιαίτερα συμπαθής στην Φωτεινή, μια και είχε ένα υπέροχο εγκάρδιο χαμόγελο! Μέτα, σειρά είχε η σπιτονοικοκυρά, η οποία συστήθηκε ως Σοφία. Το βλέμμα της ήταν πολύ ψυχρό προς την Φωτεινή και αυτό την έκανε να την αντιπαθήσει από την πρώτη στιγμή. Και τέλος η μικρή Έφη, ένα χαριτωμένο κοριτσάκι, γύρω στα έξι, που κοιτούσε την Φωτεινή με φανερή περιέργεια. Η οικογένεια αυτή ήταν ιδιόρρυθμη και της φάνηκε ιδιαίτερα παράξενη…
Μετά από την παρουσίαση των προσώπων της οικογένειας η Σοφία οδήγησε την Φωτεινή στο δωμάτιο όπου θα έμενε. Ήταν ένα μικρό και στενάχωρο δωμάτιο. Μόλις το είδε της έμοιασε με φυλακή αλλά δεν είπε τίποτα. Η Σοφία της μίλησε για πρώτη φορά και της είπε ότι στο σπίτι της υπήρχαν κανόνες, τους οποίους δεν έπρεπε να τους παραβεί γιατί θα έπαιρνε πόδι. «μα τι αντιπαθητικός άνθρωπος..?» σκέφτηκε «αντί να με καλωσορίσει μου λέει ότι θα φύγω αν κάνω κάποιο λάθος!». Παρόλα αυτά δεν μίλησε. «δεν θα μπορέσει με να διώξει με τίποτα από εδώ μέσα!» είπε στον εαυτό της. Η Σοφία εξαφανίστηκε και η Φωτεινή έμεινε μόνη της στο δωμάτιο που θα έμενε για ένα αρκετά μεγάλο διάστημα. Έκατσε εκεί για πολύ ώρα και σκέφτονταν. Θυμήθηκε την Άννα. Τι να έκανε άραγε? Ήλπιζε να είναι καλά. Και όντως ήταν πολύ καλά…

Κεφάλαιο 7ο-Άννα
Η Άννα είχε περάσει σε μία πόλη πολύ πιο κοντά στην παλιά της πόλη. Είχε περάσει αρχαιολογία, όπως ακριβώς είχε ονειρευτεί. Για το μόνο που στεναχωριόταν ήταν η Φωτεινή που ήταν μακριά της. Άλλα δεν μπορούσε να κάνει κάτι για αυτό. Όταν η Φωτεινή έφυγε η Άννα έμεινε στη πόλη της και θα έφευγε ένα μήνα αργότερα. Πέρασε αυτός ο μήνας λοιπόν και έτσι έφυγε για την πόλη όπου είχε περάσει. Εγκαταστάθηκε σε ένα σπίτι το οποίο νοίκιαζε, μια και η οικογένεια της ήταν ευκατάστατη. Τα μαθήματα ξεκίνησαν πολύ γρήγορα και η Άννα τα παρακολουθούσε με ενδιαφέρον μια και ήθελε να περάσει. Εκεί γνώρισε μια κοπέλα, την Νάσια. Είχαν κοινά ενδιαφέροντα και ήταν και οι δύο μόνες τους στην πόλη. Έτσι έγιναν πολύ καλές φίλες. Η Άννα έβλεπε στην Νάσια το πρόσωπο της Φωτεινής και έτσι της έλειπε λιγότερο η κολλητή της. Όμως η Νάσια δεν μπορούσε να την αντικαταστήσει. Έτσι οι μέρες περνούσαν ευχάριστα για την Άννα, η οποία βρίσκονταν όλο και πιο κοντά στον δικό της στόχο, να γίνει αρχαιολόγος…

Κεφάλαιο 8ο- η Φωτεινή στην νέα της πόλη
Η Φωτεινή, λοιπόν, κάθονταν στο κρεβάτι της και σκεφτόταν την Άννα, όταν χτύπησε η πόρτα του δωματίου. Ήταν η Σοφία. Της είπε ότι τώρα ήταν η ώρα του φαγητού και ότι έπρεπε να κατέβει κάτω για να γευματίσει και έφυγε. Η Φωτεινή σηκώθηκε τακτοποιήθηκε και κατέβηκε κάτω. Το φαγητό ήταν αρκετά καλό αλλά η ατμόσφαιρα ήταν ψυχρή, αφού κανένας δεν μιλούσε. Έτσι τελείωσε το 1ο γεύμα της Φωτεινής στο σπίτι. Τότε σηκώθηκε και ξαναπήγε στο δωμάτιο της. Έμεινε εκεί όλη την υπόλοιπη ημέρα και σκέφτονταν την παλιά ζωή της…
Την επόμενη ημέρα άρχιζαν τα μαθήματα. Το 1ο μάθημα της φάνηκε ευχάριστο και ο καθηγητής επίσης συμπαθητικός. Όταν γύρισε στο σπίτι είδε την οικογένεια να τρώει. Η Σοφία μόλις την είδε να μπαίνει της είπε ότι είχε αργήσει και ότι κανονικά δεν θα επιτρέπονταν να κάτσει αλλά επειδή δεν ήξερε ακόμα τους κανόνες θα έτρωγε μαζί τους. Μετά το γεύμα η Φωτεινή ανέβηκε στο δωμάτιο της για να διαβάσει. Τότε η Σοφία μπήκε μέσα κρατώντας ένα χαρτί. «οι κανόνες του σπιτιού» είπε και έφυγε. Η Φωτεινή πήρε το χαρτί και το κοίταξε περίεργα. «μα τι χαζό να μου φέρει τους κανόνες σε χαρτί… δεν μπορούσε να μου τους πει? Ε δεν θα είναι και τόσοι πολλοί» σκέφτηκε. Ήταν όμως τόσοι πολλοί που βαρέθηκε να τους διαβάζει. «ε δεν θα είναι τόσο δύσκολο να τους τηρήσω. Θα τα καταφέρω.». Ήταν πολύ δύσκολο όμως. Έπρεπε να κάνει όλη την μέρα ησυχία για να μην ενοχλεί το 5χρονο που διάβαζε. Όταν όμως εκείνη προσπαθούσε να διαβάσει μέσα στο σπίτι γινόταν χαμός. Έτσι αναγκάζονταν να διαβάζει αργά το βράδυ και το πρωί να πηγαίνει για τα μαθήματα.
Έτσι πέρασε ένας μήνας. Τα νεύρα όμως της Φωτεινής είχαν σπάσει! Δεν άντεχε άλλο και αποφάσισε να φύγει. Πως θα συντηρούνταν όμως? Αποφάσισε να βρει πρώτα μια δουλειά μετά ένα μικρό σπίτι για να νοικιάσει και έτσι να φύγει. Αυτό δεν ήταν και τόσο δύσκολο και έτσι η Φωτεινή, αφού είχε βρει σπίτι και δουλειά ,εγκατέλειψε την οικογένεια. Έτσι μετακόμισε στο καινούριο της σπίτι. Τι σπίτι δηλαδή, ένα δυαράκι στο κέντρο της πόλης με μικρό ενοίκιο.
Η ζωή της από εδώ και πέρα ήταν πολύ κουραστική, από την δουλειά στο πανεπιστήμιο και από το πανεπιστήμιο στη δουλειά. Αλλά αυτό δεν την πείραζε, γιατί το όνειρο της όλο και πλησίαζε στην πραγματοποίηση του.

Κεφάλαιο 9ο εξεταστική
Έτσι πέρασε ο καιρός –η Φωτεινή βρίσκετε τώρα στο 3ο έτος - και ήρθε η ώρα για τις τελικές εξετάσεις. Αν περνούσε θα έπαιρνε το πτυχίο της. Έτσι ξεκίνησε το διάβασμα. Διάβαζε όλη την μέρα και όλη την νύχτα. Διάβαζε τόσο πολύ που δεν πήγαινε καν στην δουλειά. Μέτα από λίγο καιρό ήρθε η ώρα των εξετάσεων. Η Φωτεινή έδωσε εξετάσεις και, προς μεγάλη της χαρά, πέρασε σε όλα τα μαθήματα εκτός από τρία. Ήταν τόσο χαρούμενη! Άλλα τρία μαθήματα και θα έπαιρνε το πτυχίο της! Θα γινόταν μια πτυχιούχος γιατρός. Παρόλο που ήταν τόσο ενθουσιασμένη δεν σταμάτησε να διαβάζει. Έπρεπε να περάσει και σε αυτά τα τρία μαθήματα για να πάρει το πτυχίο της. Και πέρασε! Έτσι μετά από τόσους κόπους είχε καταφέρει να γίνει γιατρός! Γιατρός με πτυχίο. Τι πείραζε που είχε περάσει με 5. Σημασία είχε ότι πλέον ήταν πτυχιούχος.
Η χαρά της αυτή όμως έφυγε πολύ γρήγορα, γιατί τώρα μπορεί να είχε πάρει πτυχίο αλλά μετά? Τα θα έκανε τώρα? Που θα πήγαινε? Που θα εξασκούσε το επάγγελμα της? Μετά από πολύ σκέψη κατέληξε στο ότι θα μπορούσε να πάει στην πόλη της, στο σπίτι της και εκεί, μια και δεν υπήρχε γιατρός μπορούσε αυτή να αναπληρώσει αυτή τη θέση και έτσι να εξασκήσει το επάγγελμα της. Έτσι ξεκίνησε με μεγάλη χαρά για την πόλη της όπου θα έβλεπε την Άννα και την πολυαγαπημένη της μητέρα.

Κεφάλαιο 10ο-επιστροφή
Η Φωτεινή μπήκε λοιπόν στο τρένο που θα την πήγαινε στην πόλη της, στο σπίτι της. Η διαδρομή της φάνηκε ατελείωτη, ανυπομονούσε να φτάσει. Σκεφτόταν το σπίτι της ,την Άννα, την μαμά της, τους φίλους της, την πανέμορφη πόλη της. Στην πραγματικότητα ήταν μια μικρή κωμόπολη με λιγοστούς κατοίκους και λίγα μαγαζιά. Αλλά η Φωτεινή την έβλεπε σαν μία πανέμορφη πόλη, μια και της είχε λείψει τόσο πολύ! Μέσα σε αυτές τις σκέψεις έφτασε στην πόλη της.
Μόλις κατέβηκε βούρκωσε. Είχε να πατήσει το πόδι εκεί πάνω από τρία χρόνια. Άρχισε να τρέχει με σκοπό να φτάσει στο σπίτι της και να αντικρίσει την μητέρα της. Όταν όμως έφτασε εκεί δεν βρήκε κανένα. Το σπίτι ήταν έρημο και φαίνονταν σαν να μην είχε ζήσει κάποιος εκεί για καιρό. Ένιωσε πολύ περίεργα. Πήγε γρήγορα να ρωτήσει την γειτόνισσα, κάτι θα ήξερε σίγουρα. Την καλησπέρισε και την ρώτησε αμέσως που ήταν η μητέρα της. Εκείνη δίστασε, πως θα έλεγε στην Φωτεινή ότι η μητέρα της είχε πεθάνει. Η Φωτεινή όμως την πίεσε και εκείνη αναγκάστηκε να της πει το μακάβριο νέο. «μα πως? Γιατί?» είπε. Και τότε η γειτόνισσα της τα εξήγησε όλα. Λίγο καιρό μετά από την αναχώρηση της Φωτεινής η Γεωργία είχε πάθει, για άλλη μια φορά την ίδια βαριά ασθένεια. Αυτή τη φορά όμως δεν κατάφερε να την ξεπεράσει και έτσι πέθανε. Προσπάθησαν να την ειδοποιήσουν αλλά δεν τα κατάφεραν. Ήξεραν την διεύθυνση της οικογένειας που έμενε στην αρχή αλλά έμαθαν ότι είχε φύγει και έτσι δεν κατάφεραν να την ειδοποιήσουν. Όταν τα άκουσε αυτά η Φωτεινή κόντεψε να λιποθυμήσει. Η μητέρα της, το πιο αγαπημένο της πρόσωπο είχε πεθάνει! Δεν μπορούσε να το συνειδητοποιήσει! Η μόνη που της είχε μείνει πια ήταν η Άννα, ναι η Άννα, αυτή μπορούσε να την βοηθήσει να ξεπεράσει αυτά που άκουσε, μόνο αυτή! Σηκώθηκε από την καρέκλα που την είχε καθίσει η γειτόνισσα και έτρεξε στο σπίτι της Άννας. Εκείνη είχε επιστρέψει στην πόλη, πτυχιούχος και αυτή, πριν από λίγες μέρες. Η Φωτεινή, λοιπόν, έφτασε στο σπίτι της κολλητής της σε έξαλλη κατάσταση. Χτύπησε την πόρτα και άνοιξε η ίδια η Άννα.
Μόλις τα δύο κορίτσια συναντήθηκαν αγκαλιάστηκαν κλαίγοντας. Επιτέλους μετά από τόσο καιρό έβρισκαν η μία την άλλη! Η Φωτεινή, που μόλις άκουσε τα κακά νέα ένιωσε μόνη στον κόσμο, τώρα ένιωθε ασφαλής κοντά στην Άννα. Μετά από αρκετή ώρα τα κορίτσια άφησαν η μια την άλλη και άρχισαν να συζητούν. Η Άννα με το κέφι της και την καλή της διάθεση έκανε την Φωτεινή να ξεχάσει τον θάνατο της μητέρας της. Έτσι για τις επόμενες ημέρες η Άννα ήταν στο πλευρό της φίλης της και την έκανε να ξεπεράσει τον θάνατο του πιο αγαπημένου της προσώπου. Έτσι πέρασε λίγος καιρός και η Φωτεινή συνήλθε τελείως από το σοκ που έπαθε.

Κεφάλαιο 11ο-η πρώτη και οριστική δουλειά την Φωτεινής
Η Φωτεινή λοιπόν έψαξε να βρει κάποια δουλειά στην πόλη της. Λόγω της έλλειψης κάποιου γιατρού αυτό δεν της στάθηκε καθόλου δύσκολο. Έτσι έπιασε δουλειά στους κατοίκους της πόλης της. Η Άννα είχε βρει δουλειά σε ένα μουσείο πολύ κοντά στον τόπο της, μπορούσε να πηγαίνει εκεί κάθε μέρα, μια και η απόσταση ήταν μόλις 15 λεπτά. Έτσι και οι δύο φίλες βρήκαν δουλειά και ζούσαν με τα δικά τους χρήματα.
Περνούσαν, έτσι, τα χρόνια και όλα ήταν υπέροχα και για τα δύο κορίτσια που είχαν παντρευτεί και ζούσαν ευτυχισμένα. Κάποια στιγμή η Φωτεινή γέννησε ένα κοριτσάκι που το ονόμασε Γεωργία. Όταν το κοριτσάκι έγινε πέντε ετών η Φωτεινή πήγε στον τάφο της μητέρας της. Έσκυψε εκεί και είπε «είδες, μητέρα? Τα κατάφερα! έκανα οικογένεια και πάνω από όλα έγινα γιατρός! Ναι μητέρα… τα κατάφερα! Κατάφερα να εκπληρώσω το όνειρο σου! Και τώρα ετοιμάζω ένα καινούριο γιατρό, την κόρη μου την Γεωργία. Ναι μητέρα και αυτή θέλει να γίνει γιατρός. Για εσένα και μόνο τα κατάφερα! προσπάθησα και τα κατάφερα! Τελικά μετά από προσπάθεια όλα τα όνειρα πραγματοποιούνται..!»

1 σχόλιο: