Σάββατο, 12 Μαρτίου 2011

Σειρηνάκη Κωνσταντίνα "Η Λυδία και το παραμυθι της"


Η ΛΥΔΙΑ KAI TO ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΗΣ

Όλα τα παραμύθια αρχίζουν κάπως έτσι « Μια φορά και έναν καιρό» ή «Σε ένα μεγάλο κάστρο ζούσε». Το δικό μας αρχίζει διαφορετικά…
...Σε κάποια βουνά πολύ μακριά από εδώ, που για να φτάσεις χρειάζεται να διασχίσεις χαράδρες και ποτάμια, βρίσκεται το χωριό της ιστορίας μας. Σε αυτό το χωριό ζουν οι παραμυθάδες, κάτι μικρούλικες νεράιδες οι οποίες λένε από ένα παραμύθι στα νεογέννητα βρέφη. Μετά αφηγούνται τα παραμύθια στους γονείς μας για να τα λένε και αυτοί σε εμάς. Λοιπόν η Λυδία είναι μία κάτοικος αυτού του χωριού. Αυτή είναι αρκετά άβουλη και φοβάται να μιλήσει σε κάποιον για τα δικαιώματα της. Το αγαπημένο της παραμύθι είναι ο νάνος πειρατής και το ξωτικό του δάσους.. Αυτό το παραμύθι μιλάει για τα δικαιώματα των ανθρώπων και για την ελευθερία που έχει κάθε λαός, μέσα από μια ιστορία για παιδιά. Καθώς αφηγούταν το παραμύθι έγινε κάτι ασυνήθιστο: ο νάνος πειρατής και το ξωτικό του δάσους βγήκαν από τα παραμύθια τους και εμφανίστηκαν μπροστά στη Λυδία. Ξαφνιασμένοι και οι τρεις άρχισαν να φωνάζουν και να κατηγορούν ο ένας τον άλλο. Η Λυδία προσπαθούσε να καταλάβει τι γίνεται και γι’ αυτό ρώτησε τον νάνο γιατί είναι εδώ, στον πραγματικό κόσμο;
- Δεν ξέρω πραγματικά, είπε ο νάνος. Εγώ ήμουν στο καράβι μου και ετοιμαζόμουν να φάω την αγαπημένη μου σούπα αχινού τυλιγμένου σε φύκι όταν ένας ανεμοστρόβιλος με άρπαξε και με έφερε εδώ.
- Και εμένα ένας ανεμοστρόβιλος με άρπαξε και με έφερε εδώ καθώς πήγαινα να κυνηγήσω έναν λαγό, πρόσθεσε το ξωτικό.
- Εσείς τίποτα άλλο δεν κάνετε παρά να κυνηγάτε λαγούς, είπε κατηγορηματικά ο πειρατής.
- Εσείς το μόνο που ξέρετε είναι να κυνηγάτε εμάς, του απάντησε το ξωτικό.
- Ώστε έτσι;
- Ναι έτσι.
- Σταματήστε, τους φώναξε η Λυδία. Ξυπνήσατε το μωρό που εξαιτίας μάς δεν θα έχει καλά όνειρα.
- Τι εννοείς; Ρώτησαν και οι δυο μαζί
- Πως θα πάμε στον Ορφέα, τους απάντησε με δάκρυα στα μάτια…


ΣΤΟΝ ΟΡΦΕΑ


Ο Ορφέας ήταν ο πιο παλιός παραμυθάς. Ζούσε λίγο πιο έξω από το χωριό σε ένα τεράστιο παλάτι. Αυτός έμοιαζε με τον άγιο Βασίλη επειδή είχε παραπανίσια κιλά και ένα μακρύ άσπρο μούσι. Το αγαπημένο του φαΐ είναι τα κατσικάκια. Αυτόν τον επισκέπτονται πολλοί τουρίστες. Τέλος είχε έναν μεγάλο καθρέπτη από τον οποίο έβλεπε κάθε παραμυθά που έκανε κάποιο λάθος, τον έφερνε με τον μαγικό του τρόπο στο παλάτι και τον τιμωρούσε.
- Ποιος είναι ο Ορφέας; Ρωτούσε συνέχεια ο πειρατής.
- Χαχαχαα, ακούστηκε μία βροντερή φωνή. Εγώ είμαι ο Ορφέας.
- Καιι, τι θα μας κάνετε; ρώτησε ευγενικά το ξωτικό
- Θα μας τιμωρήσει, του ψυθίρισε η Λυδία
- Μα τι κάναμε; Συνέχισε ο πειρατής. Δεν κάναμε τίποτα.
- Ξυπνήσατε το μωρό και αυτό ξέρετε είναι πολύ σοβαρό, είπε ο Ορφέας βγάζοντας από ένα συρτάρι μια μεγάλη λίστα. Για να δούμε, α ναι, όπως το θυμόμουν, είναι το πιο σημαντικό λάθος που μπορεί να κάνει ένας παραμυθάς. Γι’ αυτό θα τιμωρηθείτε χωρίς έλεος!! Στη συνέχεια είναι η λάθος αφήγηση των παραμυθιών και μετάφλυαρούσε ο Ορφέας χωρίς σταματιμό.
Πάμε να φύγουμε τώρα που δεν κοιτάζει, είπε το ξωτικό προσπαθώντας να ξεκολλήσει την Λυδία από τη θέση της. 
- Έλα μην φοβάσαι, θα του ξεφύγουμε.
- Ναι Λυδία μην φοβάσαι, θα του ξεφύγουμε
- Μαααα.
- Δεν έχει μα, προχώρα.
Και οι τρεις άρχισαν να τρέχουν προς την ίδια κατεύθυνση ώσπου συνάντησαν τρεις μεγάλες πόρτες.
- Και τώρα, ποια από αυτές τις πόρτες είναι η σωστή;
- Ο μύθος λέει πως εάν θες να ξεφύγεις από τον Ορφέα πρέπει να περάσεις και απ’ τις τρεις πόρτες, είπε λίγο σκεφτική η Λυδία.
- Άρα ο καθένας θα περάσει από μια πόρτα, σωστά; Ρώτησε το ξωτικό.
- Σωστά.
- Λοιπόν ποια διαλέγεις;
- Αυτήν.
- Ωραία άρα εγώ θα πάρω αυτήν και η Λυδία αυτήν, είπε ο πειρατής με ένα αρχηγικό τόνο στη φωνή του.
Οι τρεις φίλοι άρχισαν να περπατάν στους διαδρόμους που διαλέξανε και σύντομα έφτασαν στα δωμάτια του κάστρου.
Ο πειρατής βρέθηκε στο δωμάτιο με τους τουρίστες. Όλοι τους μόλις τον είδαν έτρεξαν κατά πάνω του και άρχισαν να τον ζουπάνε και να του τραβάν τα μάγουλα. Μόλις τον άφησαν ήσυχο, τους ζήτησε τον δρόμο για την έξοδο, τους ευχαρίστησε στα γαλλικά και τους αποχαιρέτησε.
Το ξωτικό βρέθηκε στο δωμάτιο με τα κατσίκια του Ορφέα. Εκείνος άρχισε να τους μιλάει στη δική τους γλώσσα και να τους εξηγεί τι συνέβη. Τελικά τον βοήθησαν να βρει τον πειρατή, αυτοί οι δυο μαζί έφτασαν στην έξοδο. Στο μεταξύ η Λυδία παγιδεύτηκε στον λαβύρινθο. Δεν ήξερε πραγματικά τι έπρεπε να κάνει για να βγει απ’ αυτόν ώσπου συνάντησε έναν μαγικό καθρέπτη. Μετά από λίγες ερωτήσεις για το ποια είναι η πιο όμορφη στον κόσμο των παραμυθάδων, τον ρώτησε πως θα βρει τον δρόμο για την έξοδο. Εκείνος της έδειξε κατευθείαν το μονοπάτι και την αποχαιρέτησε δίνοντας της ένα τζίνι ως δώρο. Μετά από αρκετή ώρα βρέθηκαν και οι τρεις. Τότε ακούστηκε μια φωνή μέσα από το κάστρο ΄΄ Μα πού πήγατε;΄΄ Όλοι τους άρχισαν να τρέχουν γρήγορα ώσπου σκόνταψαν και έπεσαν στο έδαφος.




ΣΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ





- Τι θα κάνω τώρα; Αναρωτήθηκε με μια ήρεμη φωνή η Λυδία. Κοιτάξτε, τους είπε και έδειξε το τζίνι, με αυτό θα πάτε σπίτι. Όμως εγώ; Εγώ τι θα κάνω;
- Μπορείς να έρθεις μαζί μας, στο παραμύθι.
- Ναι, συμφώνησε ο πειρατής.
- Μα αυτό είναι απίθανο.
- Τίποτα δεν είναι απίθανο, της απάντησε ο πειρατής, εάν το θέλεις πραγματικά θα γίνει. Κοίτα εμάς, ήμασταν φυσικοί εχθροί και τώρα είμαστε πραγματικοί φίλοι.
Εννοώ πως εγώ είμαι φτιαγμένη για να λέω παραμύθια πως θα ζήσω με εσάς;
Στο χωριό μου είναι κάποιοι πλανόδιοι αφηγητές αυτοί πηγαίνουν από τόπο σε τόπο και λένε παραμύθια στους κατοίκους. Επίσης όλοι τους θεωρούν πολύ σοφούς γιατί ο τρόπος που μιλάνε είναι πολύ παράξενος. Θα χαρείς να είσαι μία από αυτούς, της εξήγησε το ξωτικό.
- Αυτό είναι θαυμάσιο! Όμως πως θα ταξιδεύω αφού δεν έχω κανένα μεταφορικό μέσο.
- Και το καράβι μου τι είναι; Της λέει ο πειρατής.
- Το μεταφορικό μου μέσο;
- Σωστά, χαχαχα.
- Λοιπόν πως δουλεύει αυτό το μαραφέτι; Ρώτησε το ξωτικό που παιδευόταν να ανοίξει το τζίνι.
Θα σου δείξω, κοίτα , τρίβουμε απαλά το καπάκι του, ύστερα διαβάζουμε προσεκτικά τα λόγια από τον πάτο και…
Εκείνη τη στιγμή ένα μεγάλο γαλάζιο τζίνι εμφανίστηκε μπροστά τους.
- Οοοοοοοο, κάνανε όλοι μαζί
- Απ’ ότι άκουσα θέλετε να σας πάω κάπου, σωστά, τους ρώτησε το τζίνι.
- Ναι, σε έναν μαγικό κόσμο που όλοι ζουν πια μαζί ειρηνικά, που όλα είναι πράσινα και…
- Και όλα δυνατά, πρόσθεσε η Λυδία.
- Στο σπίτι μας δηλαδή, συνέχισε ο πειρατής.
- Μάλιστα, είπε το τζίνι και με ένα ξαφνικό άρπαγμα τους έκλεισε στην αγκαλιά του και άρχισε να πετάει…
Λοιπόν απ’ ότι ξέρω έφτασαν στο σπίτι τους και πραγματικά όσα ονειρεύονταν έγιναν αληθινά. Όλοι ήταν εκεί που πραγματικά ανήκαν. Το ξωτικό δεν χρειάστηκε να ξαναπροστατέψει την οικογένεια του γιατί δεν υπήρχαν πια εχθροί. Ο πειρατής έπεισε το πλήρωμα του να κάνουν ταξίδια με την Λυδία σε όλο τον κόσμο χωρίς να βλάπτουν κανέναν. Και τέλος η Λυδία, συνέχισε το όνειρο της. Έλεγε παραμύθια σε όλο τον κόσμο χωρίς να φοβάται πλέον κανέναν. Οι παραμυθάδες έλεγαν παραμύθια συνέχεια στα παιδιά και ένα από αυτά ήταν και αυτό. Όλοι το έλεγαν διαφορετικά αλλά πάλι το νόημα ήταν ένα :
ΝΑ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΣ ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΣΟΥ ΚΑΙ ΝΑ ΜΗΝ ΤΑ ΒΑΖΕΙΣ ΚΑΤΩ ΓΙΑΤΙ ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΘΑ ΤΟ ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΣΕΙΣ.

1 σχόλιο:

  1. Κωνσταντίνα, πολύ γλυκειά και τρυφερή η ιστορία σου! Μου αρέσει ιδιαίτερα το μήνυμα που περνάς στο τέλος!!!
    Συγχαρητήρια!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή