Κυριακή, 27 Μαρτίου 2011

Καπουρτζούδη Χριστίνα "Οι πειρατές της παγωτομηχανής"

ΟΙ ΠΕΙΡΑΤΕΣ ΤΗΣ ΠΑΓΩΤΟΜΗΧΑΝΗΣ»
  «ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ»
 
Στην πολιτεία του Χόρχε Χόρχε στην μαγευτική Ισπανία μια ομάδα έμπειρων και γενναίων πειρατών υπερασπίζονταν το μοναδικό πλούτο της πόλης τους. Τη μεγάλη Παγωτομηχανή της Φαντασίας. Την είχαν κλέψει οι πρόγονοί τους από τους τρομερούς και φοβερούς μάγους Πεταλούδες που την ήθελαν για να φτιάχνουν το δικό τους παγωτό και να το πουλάνε στο κόσμο για να πλουτίσουν. Οι πειρατές της Παγωτομηχανής όμως αντιστάθηκαν και κατάφεραν να τους αποτρέψουν. Αυτοί οι τολμηροί και καλόκαρδοι πειρατές είχαν μακριά γενειάδα από σκόνη πολύχρωμης ζάχαρης. Τα ρούχα τους ήταν ποτισμένα από λικέρ φράουλα για να μπορούν να κολλάν και να σκαρφαλώνουν στα πιο απόκρημνα βουνά της χώρας τους και των άλλων χωρών για να κατασκοπεύουν και τους άλλους εχθρούς που ήθελαν το πολύτιμο αυτό απόκτημά τους. Ήταν μικροσκοπικοί, τόσο που πέντε θα χωρούσαν κάλλιστα στη σακούλα του μικρότερου νάνου. Παρόλα αυτά είχαν ψυχή καλοσυνάτη και γενναία που θα μπορούσαν άνετα να τα βάλουν και με ένα δράκο!
Οι εχθροί τους ήταν όλοι πολύ μοχθηροί και εγωιστές γι' αυτό και συχνά μάλωναν μεταξύ τους για το ποιός θα καταφέρει να βάλει το μαγικό μάγκο μέσα στη παγωτομηχανή πρώτος. Αχ, Συγγνώμη! Παρέλειψα να σας πω πως για να πάρει κάποιος τη παγωτομηχανή για τον εαυτό του έπρεπε να ρίξει το μαγικό μάγκο μέσα στη μηχανή για να την βάλει σε λειτουργία και να πετάξει με τα φανταχτερά ασημένια φτερά της μακριά! Αυτό ήταν το όνειρο κάθε πλάσματος που υπήρχε: τέρατος, νεράιδας, ξωτικού, καλικάτζαρου, μάγισσας, φαντάσματος, μούμιας και μάγου. Όχι όμως πειρατή γιατί εκείνοι ήταν αγνοί και καλοί και το μόνο που τους ένοιαζε ήταν να είναι αγαπημένοι και χαρούμενοι. Και φυσικά να προστατεύουν το διαμάντι της πόλης τους. Τη μαγική Παγοτομηχανή της Φαντασίας.
 
«ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ»
  Όλα άλλαξαν μια μέρα όταν στην πόλη των πειρατών έφτασε ένας μάντης περίεργος και καμπούρης. Φορούσε ένα κόκκινο χιτώνα και για κουμπιά είχε κουλουράκια από μαύρη κουβερτούρα σοκολάτας. Έδιναν μια μάλλον ευχάριστη και μυρωδάτη νότα στη σκοτεινή φιγούρα του γέρου μάντη. Προχωρούσε και προχωρούσε ώσπου έφτασε στο μέρος όπου έστεκε πελώρια η παγοτομηχανή. Όλοι οι πειρατές μαζεύτηκαν γύρω του για να είναι έτοιμοι για κάθε ενδεχόμενο. Εκείνος κάθισε κάτω και πρόσταξε σε όλους να κάνουν το ίδιο. Όλοι υπάκουσαν με επιφύλαξη.
Μετά από μερικά λεπτά γλυκιάς σιωπής ο μάντης τους ανακοίνωσε τον ερχομό διαφόρων εχθρικών πλασμάτων με σκοπό να πάρουν τη παγωτομηχανή. Αναστατωμένοι οι πειρατές έστειλαν φρουρούς να φυλάνε τη πόλη για παν ενδεχόμενο. Μόλις γύρισαν να κοιτάξουν το μάντη εκείνος καλύφθηκε από καπνό καραμέλας και εξαφανίστηκε.
Πέρασε μια εβδομάδα και κανένας εχθρός δεν είχε εμφανιστεί στην πόλη Χόρχε Χόρχε, όταν ξαφνικά πολλές μοχθηρές πεταλούδες εμφανίστηκαν στον ουρανό. Οπλισμένοι με σπαθιά και τουφέκια που πετούσαν βρομερά ζελεδάκια οι πειρατές βγήκαν για μάχη. Οι αντίπαλοι είχαν μεγαλύτερα όπλα που το κακό έβγαινε από τα τουφέκια τους σε μορφή αμπούλας βρόμας. Μετά από ώρες σκληρής μάχης οι πεταλούδες έφυγαν για να πάρουν ενισχύσεις. Έτσι οι πειρατές βρήκαν χρόνο για να κάνουν ένα σχέδιο. Πανικοβλημένοι άρχισαν να προβλέπουν πως αυτό θα είναι το τέλος τους. Την ίδια στιγμή όμως ένας αισιόδοξος νέος πειρατής πρότεινε ένα σχέδιο πιο έξυπνο και πιο ασφαλές αλλά που ταυτόχρονα ήταν και πολύ περίπλοκο. Το σχέδιο ήταν το εξής: Η ομάδα ρολς
, η πιο γρήγορη ομάδα, φορώντας τα ρόλερ τους από σφολιάτα ανάλαφρα για να μπορούν να αναπηδούν στον αέρα θα οδηγούσαν τους εχθρούς κρατώντας ένα ψεύτικο ομοίωμα της παγωτομηχανής στην κοιλάδα του γίγαντα οζ. Ήταν ένας τρομερός γίγαντας που πεινούσε συνέχεια και συχνά μαζί με τα 66 παιδιά του, τρόμαζαν ή ακόμα και έτρωγαν περαστικούς που είχαν κακό στο μυαλό τους, διότι οι γίγαντες μπορούσαν να διαβάσουν και το μυαλό. Επειδή λοιπόν οι πειρατές ήταν αγνοί δεν θα έπαιρναν μυρωδιά την άφιξη τους. Καθώς λοιπόν θα οδηγούσαν τους εχθρούς εκεί, η ομάδα του κρυφτού που ήταν εξπέρ στο κρυφτό θα έκρυβε την αληθινή παγωτομηχανή. Οι πειρατές καμουφλάζ που ήταν ντυμένοι ακριβώς όπως τα πράγματα γύρω ήταν φημισμένη παντού αφού τα ρούχα τους ήταν μαγικά γιατί μπορούν να πάρουν ό,τι χρώμα και μορφή θέλουν γιατί η μητέρα ενός πειρατή τα είχε πλύνει στο τσουκάλι των χρωμάτων και μετά το κατέστρεψε για να είναι τα μοναδικά.
  «ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ»
  Οι εχθροί δεν άργησαν να έρθουν. Η ομάδα ρολς κατάφερε να φέρει εις πέρας το πρώτο μέρος του σχεδίου της. Οι εχθροί ήταν αμέτρητοι. Προέρχονταν από εφτά πολιτείες που ήταν και από τις μεγαλύτερες και πιο ισχυρές όμως οι πειρατές με σθένος κράτησαν αντίσταση. Η επίθεση αυτή δεν ήταν αυθόρμητη, αλλά ούτε και τυχαία. Όλα τα πλάσματα που μάχονταν ήθελαν τη μηχανή για τον εαυτό τους όμως για να νικήσουν συμμάχησαν ώστε να είναι εύκολη η νίκη.
Όλοι οι κακοί συμμάχησαν εκτός από τις μάγισσες, που ήταν από τις πιο εγωκεντρικές υπάρξεις στον πλανήτη αλλά και του κόσμο φαντάζομαι. Οι γίγαντες καταβρόχθισαν μερικούς κι έτσι οι υπόλοιποι τρομοκρατημένοι έφυγαν. Τα ξωτικά επειδή δεν φημίζονταν και για την εξυπνάδα τους παρέσυραν τους ίδιους και τις νεράιδες στο λάκκο με το σιρόπι κεράσι και κόλλησαν, με αποτέλεσμα να μαλώσουν άγρια. Κάποιοι περίεργοι και κουτσομπόληδες πειρατές κρυφοκοίταζαν και χασκογελούσαν με τα χάλια των παγιδευμένων πλασμάτων. Το γέλιο τους ήταν σαν καμπανάκια που κουδουνίζουν, γαργαλιστικό και τόσο υπέροχο που δεν θες να σταματήσεις να το ακούς. Την ίδια στιγμή η ομάδα καμουφλάζ με δυο δρασκελιές κατάφερε να κρύψει την Παγωτομηχανή της Φαντασίας. Παράλληλα οι καλλικάτζαροι κρατώντας τα ξύλινα κούτσουρά τους πάλευαν με αδεξιότητα και μανία τους πειρατές οι οποίοι τους νίκησαν για πλάκα.
Ξαφνικά μέσα από τα ροζ σύννεφα που πλαισίωναν τον ουρανό εμφανίστηκε η αρχηγός των μαγισσών Ροδακινιά Βερίκοκο, τρανή βασίλισσα και πολεμίστρια, άκαρδη γυναίκα και δολοπλόκα. Είχε μακριά πράσινα μαλλιά που πάνω τους είχαν τα κλεμμένα αντικείμενα από τις νίκες στις μάχες που έδινε. Τα αμυγδαλωτά κατακόκκινα μάτια της έβγαζαν φωτιές όταν θύμωνε και πιστέψτε με αυτό γινόταν συχνά. Τα ρούχα της ήταν πολύχρωμα και στέκονταν άγαρμπα πάνω στο πανύψηλο σώμα της. Το ύψος των μαγισσών ξεπερνούσε τα
2 μέτρα! Στα χέρια τους όλες κρατούσαν τα μαγικά ραβδιά τους φτιαγμένα από λάσπη βούρκου που την έβρισκες μόνο στο απόκρημνο δάσος Λούμπα Λούμπα. Αντί για σκούπες είχαν μαγικά βατράχια που πετούσαν.
Μόλις τις είδαν όλοι ένιωσαν τη βρομερή τους ανάσα να τους διαπερνά και κρύος ιδρώτας να τους βαραίνει. Όλοι τρομοκρατήθηκαν και σαν κάστορες που γυρνούν στις τρύπες τους απομακρύνθηκαν και πήγαν στις πόλεις τους. Όλοι εκτός φυσικά από τους γενναίους φίλους μας. Όντως η καρδιά τους είχε θάρρος. Μάγισσες έπεφταν σαν μύγες στο μαλακό έδαφος από πασπάτες. Χάνονταν ανάμεσα στις άσπρες γευστικές μπάλες πασπάτας κρύβοντας την ασχήμια τους και απαλύνοντας τη ντροπή που ένιωθαν. Φυσικά και οι πειρατές είχαν τις απώλειες τους όμως δεν ήταν τόσο μεγάλες γιατί ο ένας βοηθούσε τον άλλο.
 
«ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ»
  Τα βατράχια έγλυφαν τους πειρατές με τις αηδιαστικές μπλε γλώσσες τους κι εκείνοι, οι πιο ευαίσθητοι για την ακρίβεια, λιποθυμούσαν μόνο στην όψη των βρομερών σαλιών τους. Η κούραση δεν άργησε να έρθει. Οι μάγισσες ήρθαν στη μάχη πιο μπροστά και είχαν αρκετό απόθεμα δυνάμεων σε αντίθεση με τους πειρατές που έπρεπε να ανακτήσουν τις δικές τους. Με το σύνθημα ενός πειρατή, του λεγόμενου φωνακλά, όλοι οι πειρατές κρύφτηκαν στο σωρό από πασπάτες και χωρίς να τους πάρουν είδηση οι μάγισσες σύρθηκαν ως το εργοστάσιο φαγητών στην άκρη της πόλης τους. Εκεί είχαν πολλά δυναμωτικά φαγητά τόσο λαχταριστά και μυρωδάτα που μύριζε όλη η πόλη ευωδιαστά αρώματα από μπαχαρικά, σοκολάτες, καραμέλες, φρούτα και σάλτσες. Ένας ένας έμπαιναν μέσα κι έτρωγαν από κάτι δυναμωτικό και επέστρεφαν στη μάχη. Το εργοστάσιο είχε τα πάντα εκτός φυσικά από μάγκο για ευνόητους λόγους.
Όταν έφτασαν στη πλατεία η άλλη ομάδα πήγε για ανεφοδιασμό. Μετά από ώρες σκληρής μάχης οι λιγοστές μα πανούργες μάγισσες άρχισαν να κουράζονται, ώσπου τελικά έφυγαν. Ο τόπος είχε μόνο ερείπια από τη μάχη. Η παγωτομηχανή όμως ήταν σώα και αβλαβής τοποθετημένη στο κέντρο της πόλης.
Μετά από δύο βδομάδες οι πειρατές κατάφεραν να τακτοποιήσουν τη πόλη τους και να τη κάνουν να λάμψει ξανά! Φρούρησαν καλύτερα τη πόλη τους κι έτσι οι εχθροί τους διαπίστωσαν πως η δύναμη που είχαν δεν έφτανε την εσωτερική δύναμη των πειρατών και εγκατέλειψαν σιγά-σιγά τις προσπάθειες περί κατάκτησης της Παγωτομηχανής.
Οπότε να μην ανησυχείτε για την τύχη των πειρατών μας, θα τα καταφέρουν σε ότι θέλουν γιατί θα είναι πάντα ενωμένοι σαν μια γροθιά!