Τετάρτη 16 Μαρτίου 2011

Λέσχες Ανάγνωσης ΕΚΕΒΙ

Αγαπητά μέλη της λέσχης των Μικρών Βιβλιομάγων,

Με μεγάλη χαρά σας ανακοινώνουμε ότι η Λέσχη μας βρίσκεται πλέον και επίσημα στο site του ΕΚΕΒΙ! Για περισσότερες πληροφορίες μπείτε στο site www.ekebi.gr στη στήλη προώθηση της ανάγνωσης και βρείτε τη λέσχη μας!!!

Σάββατο 12 Μαρτίου 2011

Κοσμίδου Τατιάνα "Ισαβέλλα"

Ήταν μεσημέρι και ετοίμαζε τα πράγματά της για να φύγει. Είχε ξεκινήσει πολύ νωρίτερα από την ώρα που θα έφευγε το αεροπλάνο, αλλά απ’ ότι φαίνεται, είχε αργήσει αρκετά ώστε τώρα να βιάζεται.
Πριν δυο εβδομάδες έχασε και τη μητέρα της, και γι’ αυτόν τον λόγο τώρα φεύγει. Δεν έχει κανέναν άλλο εδώ και αυτή είναι αρκετά μικρή, μόλις 16 ετών, και αναγκάζεται να μετακομίσει στην Αμερική για να μείνει με τον μόνο συγγενή της, την θεία της. Αλλά δυστυχώς, δεν έχουν καθόλου καλές σχέσεις μεταξύ τους αυτές οι δυο. Και όπως καταλαβαίνετε, ούτε η θεία της ήθελε να την αναλάβει, αλλά δεν μπορούσε να κάνει και αλλιώς!
Τώρα βρίσκεται στο αεροδρόμιο, αλλά μάλλον καθυστέρησε αρκετά με αποτέλεσμα να χάσει την πτήση της.
<<Μα σας λέω πρέπει να φύγω σήμερα οπωσδήποτε! Με περιμένει η θεία μου και αν δεν φτάσω εκεί την ώρα που με περιμένει, εγώ δεν ξέρω πού να την βρω! Σας παρακαλώ κάντε κάτι!>>
<<Θα το ήθελα πολύ, αλλά δυστυχώς, εγώ είμαι μια απλή υπάλληλος! Δεν μπορώ να σας βοηθήσω. Λυπάμαι!>>
<<Πρέπει να φύγω σήμερα! Και θα φύγω! Και εσύ, θα με βοηθήσεις. Λοιπόν, βρες μου ένα αεροπλάνο>>
<<…Το έχω ερευνήσει και δεν υπάρχει κανένα αεροπλάνο. Όλα έχουν φύγει.>>
<<Αν δεν ήταν ανάγκη δεν θα σας το ζητούσα. Και ο χρόνος μου είναι περιορισμένος, οπότε δεν μπορώ να σας τα εξηγήσω όλα. Το μόνο που μπορώ να σας πω είναι το ότι οι γονείς μου έχουν φύγει από την ζωή και εγώ πρέπει να φύγω αναγκαστικά για Αμερική. Με περιμένει η θεία μου. Λοιπόν; Θα με βοηθήσετε;>>
Η υπάλληλος, την λυπήθηκε, και την κατάλαβε αρκετά διότι και η ίδια είχε χάσει την μητέρα της σε ένα ατύχημα.
<<Εντάξει λοιπόν! Θα σου βρω ένα τζετ. Υπάρχει ένα εκτάκτων περιπτώσεων. Μπορώ να σε βάλω εκεί! Σε μισή ώρα θα φύγεις!>>
<<Σας ευχαριστώ πάρα πολύ. Πραγματικά με σώζετε! Αν υπάρχει κάποιος τρόπος να σας ευχαριστήσω…>>
<<Δεν χρειάζεται! Την δουλειά μου κάνω! Τώρα, έλα να σε πάω στο τζετ σου!>>
Ήταν πολύ τυχερή η Ισαβέλλα. Επιβιβάστηκε, και σε λιγότερο απ’ ότι νόμιζε, είχαν απογειωθεί.
Ο πιλότος, ήταν γύρω στα 40. Παντρεμένος και διαζευγμένος.
<<Είσαι γενικά τυχερή στη ζωή σου ή η τύχη σου χαμογέλασε μόνο τώρα;>>
<<Μπα. Μόνο τώρα.>>
<<Μην ντρέπεσαι! Έχω κι εγώ μια κόρη στην ηλικία σου. Μένει με την μητέρα της στο Μανχάταν.>>
<<Α! Αλήθεια; Κι εγώ εκεί πάω να μείνω τώρα!>>
<<Τότε μπορεί να την συναντήσεις. Είναι ντροπαλή σαν εσένα. Θα χαιρόταν αν σε γνώριζε. Θα σου πω σε ποιο σχολείο πάει να γραφτείς κι εσύ εκεί!>>
<<Ευχαριστώ.>>
<<Και, αν επιτρέπεται, γιατί θεωρείς ότι δεν είσαι τυχερή;>>
<<Επειδή, δεν έχω γονείς, και τώρα πάω στο Μανχάταν να μείνω με την θεία μου, με την οποία δεν έχουμε καθόλου καλές σχέσεις. Και αυτό γιατί δεν έχω κανέναν άλλον στην Ελλάδα.>>
<<Α! Λυπάμαι πολύ!>>
<<Δεν χρειάζεται. Ελπίζω να κάνω φίλους εκεί και να με συμπαθήσει η θεία μου.>>
Χωρίς να το καταλάβουν, έφτασαν στον προορισμό τους. Ο πιλότος την συνόδευσε μέχρι το σημείο όπου την περίμενε η θεία της. Δεν την είχε ξαναδεί η Ισαβέλλα, και η μόνη φορά που την είδε η θεία της ήταν όταν η Ισαβέλλα ήταν 1 ετών. Αλλά για κάποιον λόγο η θεία της την μισούσε. Μάλλον επειδή μισούσε και τους γονείς της. Και ο λόγος; Τα περιουσιακά. Ο πατέρας της (δηλαδή ο παππούς της Ισαβέλλας) τα είχε αφήσει όλα στον γιό του (τον μπαμπά της Ισαβέλλας).
<<Καλησπέρα θεία!>>
<<Γεια.>> μόνο ένα ξερό ‘γεια’.
Χωρίς λόγια έφτασαν στο σπίτι. Ήταν τεράστιο, πράγμα που παραξένεψε την Ισαβέλλα. Ήταν πολύ αυστηρή και δούλευε σκληρά, και μάλλον το ίδιο θα έκανε και η Ισαβέλλα.
<<Με λένε Ισαβέλλα. Αλλά το δικό σας όνομα δεν το γνωρίζω ακόμα.>>
<<Το ξέρω το όνομά σου! Και το δικό μου είναι Άνναμπελ, αλλά με φωνάζουν Άννα.>>
<<Θεία Άννα!>>
Την κοίταξε με ένα παγωμένο βλέμμα και προχώρησε προς το δωμάτιο της μικρής.
<<Αυτό είναι το δωμάτιό σου. Έτσι καθαρό όπως το βλέπεις, έτσι θέλω να παραμείνει. Συνεννοηθήκαμε;>>
<<Μάλιστα θεία Άννα.>>
Βράδιασε. Η Ίσα, έτσι την φώναζαν, σκεφτόταν την επόμενη μέρα. Θα πήγαιναν με την θεία της να την γράψει στο σχολείο. Τι θα γινόταν άραγε; Θα έκανε φίλους; Θα ήταν ωραίο το σχολείο; Θα ήταν αυστηρό όπως η θεία της; Ή χαλαρό όπως στην χώρα της; Όλα αυτά τα ερωτήματα την βασάνιζαν, μέχρι την ώρα που την πήρε ο ύπνος.
Το άλλο πρωί ξύπνησαν μιάμιση ώρα πριν από την έναρξη των μαθημάτων.
Έφτασε η ώρα για να φύγουν.
Μόλις έφτασαν, και η Ίσα είδε το εξωτερικό του κτιρίου, εντυπωσιάστηκε. Σε αυτό το λύκειο είχε πει ο πιλότος ότι φοιτούσε και η κόρη του. Ήλπιζε να την γνωρίσει και να γίνουν φίλες. Η ώρα πέρασε σαν νερό, και η Ίσα μπήκε στην τάξη της.
<<Καθίστε όλοι στις θέσεις σας. Απ’ ότι βλέπω έχουμε μια καινούρια συμμαθήτρια. Σήκω όρθια και συστήσου!>>
Ήταν πολύ ευγενική και καλή η καθηγήτρια αυτή. Η Ίσα συστήθηκε, και ακούστηκαν μερικά χαχανητά από τα παιδιά. Ήλπιζε ότι θα ήθελαν να την γνωρίσουν και να γίνουν φίλοι με αυτή.
Στο διάλειμμα, κάθισε μόνη της στην τραπεζαρία για να φάει το μεσημεριανό της. Την πλησίασα.
<<Μπορώ να καθίσω;>>
<<Εμ, ναι φυσικά!>>
<<Ο πατέρας μου, μου είπε για σένα. Ισαβέλλα δεν σε λένε;>>
<<Ναι! Πού το ξέρεις;>>
<<Ο πιλότος;…>
<<Αα! Τώρα κατάλαβα! Ο πιλότος είναι ο πατέρας σου! Χαίρομαι πολύ που σε γνωρίζω. Το όνομά σου;>>
<<Τάλυ.>>
Καθίσαμε στο ίδιο θρανίο και γίναμε πολύ καλές φίλες. Ήταν ο μόνος λόγος που η Ίσα ήταν χαρούμενη. Η θεία της, στο σπίτι, την έβαζε να κάνει δουλειές και της φερόταν σαν να ήταν υπηρέτρια!
Οι μέρες κυλούσαν με τον ίδιο ρυθμό.
Μια μέρα, εκεί που καθόμασταν εγώ και η Ίσα, εμφανίστηκε μπροστά μας ένα μελαχρινό αγόρι, με γαλανά μάτια.
<<Μπορώ να καθίσω μαζί σας;>>
<<Βέβαια!>> πετάχτηκα εγώ.
<<Ονομάζομαι Φίλλιπος.>>
<<Εγώ Τάλυ! Χάρηκα για την γνωριμία!>> είπα.
<<Εσύ; Δεν έχεις όνομα;>>
<<Ίσα>>
<<Και από βγαίνει το Ίσα;>> αναρωτήθηκε ο Φίλλιπος.
<<Από το Ισαβέλλα>>
<<Ωραίο όνομα!>>
<<Ευχαριστώ πολύ! Κι εσύ έχεις πολύ, πρωτότυπο όνομα!>> είπε η Ίσα.
<<Ευχαριστώ!>>
<<Εγώ; Κανένα σχόλιο για το όνομα μου;>>
<<Κι εσύ έχεις ωραίο όνομα. Συγγνώμη που δεν το επισήμανα νωρίτερα.>>
<<Δεν πειράζει.>>
<<Χα χα.>>
Γίναμε πολύ καλοί φίλοι οι τρεις μας.
Την Παρασκευή το απόγευμα, πήγαμε στο σινεμά. Έπαιζε μια ωραία ταινία, και πήγαμε να την δούμε οι τρεις μας. Μετά πήγαμε για φαγητό, και στο τέλος πρότεινα στην Ίσα να κοιμηθεί στο σπίτι μου και να γνωρίσει την μητέρα μου.
<<Δεν μπορώ να μείνω, Τάλυ. Άλλωστε ξέρεις ότι η θεία μου είναι πολύ αυστηρή.>>
<<Έλα. Θα περάσουμε υπέροχα. Θα μιλήσω εγώ στην θεία σου.>> είπα.
<<Μα…>>
<<Εντάξει. Την παίρνω τηλέφωνο.>>
Και τελικά χάρη σε εμένα, με πολύ δυσκολία βέβαια, η θεία Άννα άφησε την Ίσα να κοιμηθεί μαζί μου.
Μας περίμενε η μητέρα μου. Είχε μαγειρέψει κάτι για να καλωσορίσει την φίλη μου.
<<Καλωσορίσατε κορίτσια!>>
<<Γεια σας.>> είπε η Ίσα.
<<Πώς είσαι; Ελπίζω να μην με ντρέπεσαι. Σαν στο σπίτι σου!>>
<<Ευχαριστώ.>>
Καθίσαμε, φάγαμε και πήγαμε στο δωμάτιό μου, να δούμε ταινίες, να φτιάξουμε τα μαλλιά μας και άλλα τέτοια κοριτσίστικα πράγματα. Είχαμε σκοπό να μείνουμε ξύπνιες όλο το βράδυ και να το χαρούμε που ήμασταν μαζί. Άλλωστε την επόμενη μέρα, δεν είχαμε σχολείο!
Ξημέρωσε χωρίς να το καταλάβουμε. Δεν κλείσαμε μάτι όλη τη νύχτα. Μόνο για κανένα τέταρτο κοιμηθήκαμε. Αλλά περάσαμε εκπληκτικά! Ποτέ στην ζωή μου δεν έχω ξαναδιασκεδάσει έτσι!
Οι μέρες πέρασαν πολύ γρήγορα, ώσπου έφτασε καλοκαίρι. Οι μέρες ήταν πολύ ζεστές, αλλά και οι νύχτες το ίδιο. Κανονίσαμε να συναντηθούμε εγώ, η Ίσα και ο Φίλλιπος.
<<Πού είναι πια αυτό το κορίτσι; Γιατί πρέπει συνέχεια να αργεί;>> νευρίασα.
<<Χα χα, ηρέμησε! Έρχεται σε λίγο! Γιατί βιάζεσαι τόσο;>>
<<Εε… δεν βιάζομαι! Απλά το κάνει συνέχεια!>>
Η Ίσα ήρθε τρέχοντας και καταϊδρωμένη.
<<Συγγνώμη που άργησα παιδιά! Είχε κίνηση.>>
<<Ναι καλά!>> είπα.
<<Τέλος πάντων. Πάμε γιατί θα χάσουμε το λεωφορείο;>>
<<Πάμε.>>
Θα πηγαίναμε μονοήμερη σε μια θάλασσα για μπάνιο. Πήραμε πετσέτες, μάσκες, βατραχοπέδιλα και φυσικά τα μαγιό μας!
<<Έι! Μην με βρέχεις! Κρυώνω!>> είπε η Ίσα
<<Χα χα, άντε μπες! Αλλιώς θα σε βρέξω ακόμα πιο πολύ!>> την απείλησε ο Φίλλιπος.
<<Ωχ! Εντάξει. Μπαίνω!>>
Από τον τρόπο που κοιτάζονταν, ο Φίλλιπος με την Ίσα, κατάλαβα ότι μάλλον κάτι τρέχει μεταξύ τους και δεν το έχουν καταλάβει. Μάλλον δεν είναι μόνο φιλία αυτό που νιώθει ο ένας για τον άλλον.

Τα χρόνια πέρασαν γρήγορα και γίναμε 22 ετών. Δεν πάμε και οι τρεις μας στο ίδιο πανεπιστήμιο αλλά είμαστε ακόμα φίλοι! Κάθε μέρα συναντιόμαστε και είμαστε το ίδιο. Η Ίσα και ο Φίλλιπος, φοιτούν σε μια δικηγορική σχολή, ενώ εγώ σε μια αρχιτεκτονική. Και μάλιστα σήμερα η Ίσα τα κλείνει τα 22. Είναι η μικρότερη της παρέας! Θα της κάνουμε ένα πάρτι-έκπληξη! Ελπίζω να μην κατάλαβε τίποτα και να της αρέσει!
<<Δεν καταλαβαίνω γιατί με κάνεις να περπατάω με ένα μαντήλι τυλιγμένο στο κεφάλι μου!>> αναρωτήθηκε η Ίσα.
<<Σουτ! Μην λες πολλά. Και τώρα… βγάλε το μαντήλι!!>>
<<Να ζήσεις Ισαβέλλα και χρόνια πολλά μεγάλη να γίνεις με άσπρα μαλλιά…>>
<<Ουάου! Δεν το πιστεύω! Σας ευχαριστώ πάρα πολύ παιδιά! Είστε καταπληκτικοί! Αλλά ο Φίλλιπος δεν ήρθε; Με ξέχασε;>>
<<Άνοιξε τα δώρα!>>
Υπήρχε ένα μεγάλο κουτί, περίπου στο ύψος της Ίσας.
<<Έκπληξη!!>>
<<Φίλλιπε! Ήρθες τελικά! Νόμιζα πως με ξέχασες!>>
<<Ήρθα όμως! Χρόνια σου πολλά!>>
Ήταν όλα πολύ όμορφα!
Μια μέρα, ένας ανθοπώλης χτύπησε την πόρτα του σπιτιού της θείας Άνναμπελ.
<<Εδώ κατοικεί η δεσποινίς… Ισαβέλλα Νιβερφιλντ;>>
<<Ναι.>>
<<Αυτά τα λουλούδια είναι για αυτήν>>
<<Ευχαριστώ>>
Χωρίς δεύτερη σκέψη, η θεία Άννα πήρε από μέσα την κάρτα που υπήρχε. Η κάρτα έγραφε:
<<Αγαπημένη μου Ίσα, δεν ξέρω αν αυτός είναι ο κατάλληλος τρόπος για να στο πω, αλλά έτσι μόνο μπορώ. Αναγκάζομαι να φύγω για ένα χρόνο εκτός χώρας, διότι πήρα μια υποτροφία. Το συζήτησα με τους γονείς και με έπεισαν να πάω. Δεν ξέρω αν συμφωνείς, πάντως θα ήθελα να έρθεις στο αεροδρόμιο για να με αποχαιρετήσεις. Να ξέρεις ότι σ’ αγαπώ.
Φίλλιπος>>
Τον αντιπαθούσε τόσο πολύ η Άννα, που ποτέ δεν έφτασε στα χέρια της Ίσας το γράμμα αυτό.
Μετά από λίγες μέρες απουσίας του Φιλλίπου, καταλάβαμε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά.
<<Γιατί δεν απαντάει στα τηλεφωνήματα που του κάνουμε;>> είπα.
<<Δεν ξέρω.>> είπε η Ίσα μελαγχολικά.
<<Έχω μια ιδέα!>> είπα.
Περάσαμε από το σπίτι του αλλά μάταια.
<<Γεια σας. Είστε η μητέρα του Φίλλιπου;>>
<<Ναι. Σε τι μπορώ να σας βοηθήσω;>>
<<Ο Φίλλιπος έχει εξαφανιστεί εδώ και πολλές μέρες. Πού βρίσκεται;>>
<<Έφυγε. Αυτή την στιγμή βρίσκεται σε μια σχολή της Γαλλίας.>>
<<Πού;;;>
<<Στην Γαλλία. Δεν το ξέρατε;>>
<<Όχι! Πότε έφυγε;>>
<<Πριν 2 εβδομάδες.>>
<<Ευχαριστούμε.>>
<<Μου είπε ότι το είπε στην Ίσα.>>
<<Όχι δεν μου είπε τίποτα.>>
<<Σου έστειλε γράμμα μέσα σε λουλούδια.>>
<<Δεν έλαβα λουλούδια.>>
<<Λυπάμαι!>>
Οι μέρες αυτές χωρίς την παρουσία του Φιλλίπου, ήταν μαρτύριο για την Ίσα. Στεναχωριόμουν και ανησυχούσα γι’ αυτή. Για πόσο καιρό ακόμα θα ήταν έτσι;
Την πήρα τηλέφωνο.
<<Καλημέρα! Πάμε βόλτα να ξεσκάσουμε λίγο; Έχεις να βγεις από κει μέσα 1 μήνα! Ντύσου!>>
<<Όχι!>>
<<Δεν έχει όχι. Θα έρθεις και θα πεις κι ένα τραγούδι! Έρχομαι από το σπίτι σου. Σε 15 λεπτά θα είμαι εκεί.>>
Ήρθε με το ζόρι. Αλλά έτσι έπρεπε. Δεν την έκανα καλύτερα, αλλά προσπάθησα.
Τι να έγιναν άραγε εκείνα τα λουλούδια που έστειλε ο Φίλλιπος; Πού πήγαν; Ποιος τα πήρε; Μήπως δεν τα έστειλαν καν; Αχ! Τι απέγιναν τα λουλούδια και το γράμμα; Πρέπει να μάθω! Μόνο έτσι θα συνέλθει η Ίσα!
Το άλλο πρωί, δεν πήγα στη σχολή. Πήγα στο ανθοπωλείο από το οποίο είχε παραγγείλει τα λουλούδια ο Φίλλιπος.
<<Καλημέρα σας.>>
<<Καλημέρα. Πώς μπορώ να σας εξυπηρετήσω;>>
<<Ήθελα να σας ρωτήσω κάποια πράγματα. Πριν 1 μήνα περίπου, είχε παραγγείλει από δω λουλούδια, ένα μελαχρινό αγόρι, με πράσινα μάτια, στα 22 ετών και περίπου στο ύψος σας. Μήπως τον θυμάστε;>>
<<Εγώ είμαι καινούργιος εδώ. Ήρθα πριν 5 μέρες. Περιμένετε να φωνάξω τον υπεύθυνο του καταστήματος.>>
<<Καλημέρα σας. Τι θα θέλατε;>>
<<Πριν από περίπου ένα μήνα είχε παραγγείλει από δω λουλούδια, ένας μελαχρινός πρασινομάτης, 22 ετών και περίπου1.85 ύψος. Τον θυμάστε;>>
<<Ναι. Ήταν πολύ λυπημένος, επειδή θα έφευγε και θα άφηνε εδώ την μεγαλύτερη αγάπη του!>>
<<Ωραία. Η ανθοδέσμη στάλθηκε στο σπίτι που σας είπε;>>
<<Ναι. Και μάλιστα την παρέδωσα εγώ ο ίδιος.>>
<<Είστε σίγουρος ότι την παρέλαβε αυτή για την οποία προοριζόταν;>>
<<Εμ… Νομίζω όχι. Την πήγα στην διεύθυνση που είχε ζητήσει, αλλά την πήρε μια κυρία γύρω στα 45.>>
<<Αυτή είναι η θεία της! Και η ανθοδέσμη είχε μέσα ένα γράμμα!>>
<<Ναι. Είχε.>>
<<Ευχαριστώ πολύ!>>
<<Παρακαλώ.>>
Τώρα πια ήξερα πια ήταν η πέτρα του σκανδάλου. Πώς δεν μου είχε περάσει από το μυαλό; Αφού είναι τόσο κακιά και ικανή για όλα. Πρέπει να το πω στην Ίσα! Ή μήπως όχι; Μήπως θα έπρεπε να μιλήσω πρώτα με την θεία της; Ουφ… τι να κάνω;
Όλο το βράδυ σκεφτόμουν τι θα κάνω με την θεία Άννα… δεν με έπιανε ύπνος. Ακόμα και προβατάκια που μέτρησα δεν έλεγε να με πιάσει. Κάθισα να δω τηλεόραση. Τελικά αποκοιμήθηκα.
Την επόμενη μέρα, ετοιμάστηκα και πήγα στο σπίτι της. Είχα βεβαιωθεί ότι η Ίσα θα έλειπε, οπότε είχαμε το σπίτι ελεύθερο.
<<Καλημέρα. Γιατί με ενοχλείς πρωινιάτικα;>>
<<Πρέπει να μιλήσουμε για κάτι.>>
<<Δεν νομίζω ότι έχουμε τίποτα να πούμε!>>
<<Κι όμως έχουμε!>>
Καθίσαμε στο σαλόνι, μου έβαλε ένα φλιτζάνι καφέ (βλέπετε μου έπαιζε την καλή) και άρχισα την ανάκριση.
<<Ξέρω για τα λουλούδια!>>
<<Ποια λουλούδια;>> είπε κάνοντας την αθώα.
<<Τα λουλούδια του Φιλλίπου και το γράμμα!>>
<<Δεν καταλαβαίνω για ποιο πράγμα μιλάς!>>
<<Μην κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις. Τα ξέρω όλα! Και αν δεν τα ομολογήσεις… θα τα μάθει και η Ίσα… >>
<<Ας τα μάθει! Δεν με ενδιαφέρει. Δεν μπορεί να μου κάνει τίποτα. Δεν φτάνει που μένει στο σπίτι μου…>>
<<Έλα τώρα. Ξέρουμε κι οι δυο ότι κατά βάθος είσαι καλός άνθρωπος! Όλοι οι άνθρωποι έχουν και την καλή τους πλευρά!>>
<<Κάνεις λάθος. Και το γράμμα δεν πρόκειται να το πάρεις ποτέ!>>
<<Εντάξει. Όπως θες. Να ξέρεις όμως πως θα το μετανιώσεις. Κατά βάθος την αγαπάς την Ισαβέλλα. Αντίο.>>
Συναντηθήκαμε με την Ίσα και της τα είπα όλα. Σε λιγότερο από μια εβδομάδα, είχε πάρει τα πράγματα της και μετακόμισε σε ένα δικό της σπίτι. Μπορούσε να πληρώνει τα νοίκια, επειδή είχε πιάσει δουλειά μερικής απασχόλησης.
Μετά από λίγο καιρό, η θεία της αποφάσισε ότι έπρεπε να της δώσει το γράμμα.
Καθώς το διάβαζε η Ίσα, δάκρυα κυλούσαν από τα μάτια της. Έπρεπε να σκεφτεί τι θα κάνει. Να πάει στην Γαλλία να τον βρει ή να περιμένει 10 μήνες και ίσως τότε να γυρίσει; Όλα αυτά τριγύριζαν στο κεφάλι της για ώρες ολόκληρες, μέρες, εβδομάδες…
Μια μέρα, εκεί, στην καφετέρια που δούλευε η Ίσα, μπήκε ένας παράξενος πελάτης.
<<Τι θα θέλατε να σας φέρω;>>
Δεν πήρε απάντηση από τον πελάτη. Φορούσε μαύρο σακάκι, καπέλο και γυαλιά.
<<Θα παραγγέλλετε κάτι;>>
<<Δεν κατάλαβες ποιος είμαι έτσι;>>
<<Παρακαλώ;>>
<<Δεν με αναγνώρισες;>>
Έβγαλε τα γυαλιά και το καπέλο.
<<Τώρα μήπως με γνωρίζεις;>>
Δάκρυα χαράς και συγκίνησης έτρεξαν από τα μάτια της Ίσας.
<<Φίλλιπε;>>
<<Ναι. Εγώ είμαι!>>
Αγκαλιάστηκαν, φιλήθηκαν .
<<Γιατί δεν ήρθες στο αεροδρόμιο να με αποχαιρετήσεις; Σε περίμενα!>>
<<Δεν έλαβα το γράμμα που μου έστειλες! Το πήρα πριν λίγες μέρες από τη θεία μου.>>
<<Σ’ αγαπώ Ίσα.>>
<<Κι εγώ.>>
Τελικά αναγνώρισαν τα συναισθήματά τους.
Ένα χρόνο μετά παντρεύτηκαν, και αργότερα έκαναν παιδί. Φυσικά εγώ το βάφτισα.
Εγώ; Εγώ πήρα το πτυχίο μου, όπως και οι δυο τρελοί φίλοι μου. Βρήκα δουλειά, βρήκα σπίτι και τώρα ζούμε όλοι χαρούμενοι. Και να σας δώσω μια συμβουλή; Κάποιος είπε:
<<Τα δέντρα που θέλουν να φτάσουν σε περήφανα ύψη, έχουν ανάγκη από καταιγίδα!>> …

Σειρηνάκη Κωνσταντίνα "Η Λυδία και το παραμυθι της"


Η ΛΥΔΙΑ KAI TO ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΗΣ

Όλα τα παραμύθια αρχίζουν κάπως έτσι « Μια φορά και έναν καιρό» ή «Σε ένα μεγάλο κάστρο ζούσε». Το δικό μας αρχίζει διαφορετικά…
...Σε κάποια βουνά πολύ μακριά από εδώ, που για να φτάσεις χρειάζεται να διασχίσεις χαράδρες και ποτάμια, βρίσκεται το χωριό της ιστορίας μας. Σε αυτό το χωριό ζουν οι παραμυθάδες, κάτι μικρούλικες νεράιδες οι οποίες λένε από ένα παραμύθι στα νεογέννητα βρέφη. Μετά αφηγούνται τα παραμύθια στους γονείς μας για να τα λένε και αυτοί σε εμάς. Λοιπόν η Λυδία είναι μία κάτοικος αυτού του χωριού. Αυτή είναι αρκετά άβουλη και φοβάται να μιλήσει σε κάποιον για τα δικαιώματα της. Το αγαπημένο της παραμύθι είναι ο νάνος πειρατής και το ξωτικό του δάσους.. Αυτό το παραμύθι μιλάει για τα δικαιώματα των ανθρώπων και για την ελευθερία που έχει κάθε λαός, μέσα από μια ιστορία για παιδιά. Καθώς αφηγούταν το παραμύθι έγινε κάτι ασυνήθιστο: ο νάνος πειρατής και το ξωτικό του δάσους βγήκαν από τα παραμύθια τους και εμφανίστηκαν μπροστά στη Λυδία. Ξαφνιασμένοι και οι τρεις άρχισαν να φωνάζουν και να κατηγορούν ο ένας τον άλλο. Η Λυδία προσπαθούσε να καταλάβει τι γίνεται και γι’ αυτό ρώτησε τον νάνο γιατί είναι εδώ, στον πραγματικό κόσμο;
- Δεν ξέρω πραγματικά, είπε ο νάνος. Εγώ ήμουν στο καράβι μου και ετοιμαζόμουν να φάω την αγαπημένη μου σούπα αχινού τυλιγμένου σε φύκι όταν ένας ανεμοστρόβιλος με άρπαξε και με έφερε εδώ.
- Και εμένα ένας ανεμοστρόβιλος με άρπαξε και με έφερε εδώ καθώς πήγαινα να κυνηγήσω έναν λαγό, πρόσθεσε το ξωτικό.
- Εσείς τίποτα άλλο δεν κάνετε παρά να κυνηγάτε λαγούς, είπε κατηγορηματικά ο πειρατής.
- Εσείς το μόνο που ξέρετε είναι να κυνηγάτε εμάς, του απάντησε το ξωτικό.
- Ώστε έτσι;
- Ναι έτσι.
- Σταματήστε, τους φώναξε η Λυδία. Ξυπνήσατε το μωρό που εξαιτίας μάς δεν θα έχει καλά όνειρα.
- Τι εννοείς; Ρώτησαν και οι δυο μαζί
- Πως θα πάμε στον Ορφέα, τους απάντησε με δάκρυα στα μάτια…


ΣΤΟΝ ΟΡΦΕΑ


Ο Ορφέας ήταν ο πιο παλιός παραμυθάς. Ζούσε λίγο πιο έξω από το χωριό σε ένα τεράστιο παλάτι. Αυτός έμοιαζε με τον άγιο Βασίλη επειδή είχε παραπανίσια κιλά και ένα μακρύ άσπρο μούσι. Το αγαπημένο του φαΐ είναι τα κατσικάκια. Αυτόν τον επισκέπτονται πολλοί τουρίστες. Τέλος είχε έναν μεγάλο καθρέπτη από τον οποίο έβλεπε κάθε παραμυθά που έκανε κάποιο λάθος, τον έφερνε με τον μαγικό του τρόπο στο παλάτι και τον τιμωρούσε.
- Ποιος είναι ο Ορφέας; Ρωτούσε συνέχεια ο πειρατής.
- Χαχαχαα, ακούστηκε μία βροντερή φωνή. Εγώ είμαι ο Ορφέας.
- Καιι, τι θα μας κάνετε; ρώτησε ευγενικά το ξωτικό
- Θα μας τιμωρήσει, του ψυθίρισε η Λυδία
- Μα τι κάναμε; Συνέχισε ο πειρατής. Δεν κάναμε τίποτα.
- Ξυπνήσατε το μωρό και αυτό ξέρετε είναι πολύ σοβαρό, είπε ο Ορφέας βγάζοντας από ένα συρτάρι μια μεγάλη λίστα. Για να δούμε, α ναι, όπως το θυμόμουν, είναι το πιο σημαντικό λάθος που μπορεί να κάνει ένας παραμυθάς. Γι’ αυτό θα τιμωρηθείτε χωρίς έλεος!! Στη συνέχεια είναι η λάθος αφήγηση των παραμυθιών και μετά… φλυαρούσε ο Ορφέας χωρίς σταματιμό.
Πάμε να φύγουμε τώρα που δεν κοιτάζει, είπε το ξωτικό προσπαθώντας να ξεκολλήσει την Λυδία από τη θέση της. 
- Έλα μην φοβάσαι, θα του ξεφύγουμε.
- Ναι Λυδία μην φοβάσαι, θα του ξεφύγουμε
- Μαααα.
- Δεν έχει μα, προχώρα.
Και οι τρεις άρχισαν να τρέχουν προς την ίδια κατεύθυνση ώσπου συνάντησαν τρεις μεγάλες πόρτες.
- Και τώρα, ποια από αυτές τις πόρτες είναι η σωστή;
- Ο μύθος λέει πως εάν θες να ξεφύγεις από τον Ορφέα πρέπει να περάσεις και απ’ τις τρεις πόρτες, είπε λίγο σκεφτική η Λυδία.
- Άρα ο καθένας θα περάσει από μια πόρτα, σωστά; Ρώτησε το ξωτικό.
- Σωστά.
- Λοιπόν ποια διαλέγεις;
- Αυτήν.
- Ωραία άρα εγώ θα πάρω αυτήν και η Λυδία αυτήν, είπε ο πειρατής με ένα αρχηγικό τόνο στη φωνή του.
Οι τρεις φίλοι άρχισαν να περπατάν στους διαδρόμους που διαλέξανε και σύντομα έφτασαν στα δωμάτια του κάστρου.
Ο πειρατής βρέθηκε στο δωμάτιο με τους τουρίστες. Όλοι τους μόλις τον είδαν έτρεξαν κατά πάνω του και άρχισαν να τον ζουπάνε και να του τραβάν τα μάγουλα. Μόλις τον άφησαν ήσυχο, τους ζήτησε τον δρόμο για την έξοδο, τους ευχαρίστησε στα γαλλικά και τους αποχαιρέτησε.
Το ξωτικό βρέθηκε στο δωμάτιο με τα κατσίκια του Ορφέα. Εκείνος άρχισε να τους μιλάει στη δική τους γλώσσα και να τους εξηγεί τι συνέβη. Τελικά τον βοήθησαν να βρει τον πειρατή, αυτοί οι δυο μαζί έφτασαν στην έξοδο. Στο μεταξύ η Λυδία παγιδεύτηκε στον λαβύρινθο. Δεν ήξερε πραγματικά τι έπρεπε να κάνει για να βγει απ’ αυτόν ώσπου συνάντησε έναν μαγικό καθρέπτη. Μετά από λίγες ερωτήσεις για το ποια είναι η πιο όμορφη στον κόσμο των παραμυθάδων, τον ρώτησε πως θα βρει τον δρόμο για την έξοδο. Εκείνος της έδειξε κατευθείαν το μονοπάτι και την αποχαιρέτησε δίνοντας της ένα τζίνι ως δώρο. Μετά από αρκετή ώρα βρέθηκαν και οι τρεις. Τότε ακούστηκε μια φωνή μέσα από το κάστρο ΄΄ Μα πού πήγατε;΄΄ Όλοι τους άρχισαν να τρέχουν γρήγορα ώσπου σκόνταψαν και έπεσαν στο έδαφος.




ΣΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ





- Τι θα κάνω τώρα; Αναρωτήθηκε με μια ήρεμη φωνή η Λυδία. Κοιτάξτε, τους είπε και έδειξε το τζίνι, με αυτό θα πάτε σπίτι. Όμως εγώ; Εγώ τι θα κάνω;
- Μπορείς να έρθεις μαζί μας, στο παραμύθι.
- Ναι, συμφώνησε ο πειρατής.
- Μα αυτό είναι απίθανο.
- Τίποτα δεν είναι απίθανο, της απάντησε ο πειρατής, εάν το θέλεις πραγματικά θα γίνει. Κοίτα εμάς, ήμασταν φυσικοί εχθροί και τώρα είμαστε πραγματικοί φίλοι.
Εννοώ πως εγώ είμαι φτιαγμένη για να λέω παραμύθια πως θα ζήσω με εσάς;
Στο χωριό μου είναι κάποιοι πλανόδιοι αφηγητές αυτοί πηγαίνουν από τόπο σε τόπο και λένε παραμύθια στους κατοίκους. Επίσης όλοι τους θεωρούν πολύ σοφούς γιατί ο τρόπος που μιλάνε είναι πολύ παράξενος. Θα χαρείς να είσαι μία από αυτούς, της εξήγησε το ξωτικό.
- Αυτό είναι θαυμάσιο! Όμως πως θα ταξιδεύω αφού δεν έχω κανένα μεταφορικό μέσο.
- Και το καράβι μου τι είναι; Της λέει ο πειρατής.
- Το μεταφορικό μου μέσο;
- Σωστά, χαχαχα.
- Λοιπόν πως δουλεύει αυτό το μαραφέτι; Ρώτησε το ξωτικό που παιδευόταν να ανοίξει το τζίνι.
Θα σου δείξω, κοίτα , τρίβουμε απαλά το καπάκι του, ύστερα διαβάζουμε προσεκτικά τα λόγια από τον πάτο και…
Εκείνη τη στιγμή ένα μεγάλο γαλάζιο τζίνι εμφανίστηκε μπροστά τους.
- Οοοοοοοο, κάνανε όλοι μαζί
- Απ’ ότι άκουσα θέλετε να σας πάω κάπου, σωστά, τους ρώτησε το τζίνι.
- Ναι, σε έναν μαγικό κόσμο που όλοι ζουν πια μαζί ειρηνικά, που όλα είναι πράσινα και…
- Και όλα δυνατά, πρόσθεσε η Λυδία.
- Στο σπίτι μας δηλαδή, συνέχισε ο πειρατής.
- Μάλιστα, είπε το τζίνι και με ένα ξαφνικό άρπαγμα τους έκλεισε στην αγκαλιά του και άρχισε να πετάει…
Λοιπόν απ’ ότι ξέρω έφτασαν στο σπίτι τους και πραγματικά όσα ονειρεύονταν έγιναν αληθινά. Όλοι ήταν εκεί που πραγματικά ανήκαν. Το ξωτικό δεν χρειάστηκε να ξαναπροστατέψει την οικογένεια του γιατί δεν υπήρχαν πια εχθροί. Ο πειρατής έπεισε το πλήρωμα του να κάνουν ταξίδια με την Λυδία σε όλο τον κόσμο χωρίς να βλάπτουν κανέναν. Και τέλος η Λυδία, συνέχισε το όνειρο της. Έλεγε παραμύθια σε όλο τον κόσμο χωρίς να φοβάται πλέον κανέναν. Οι παραμυθάδες έλεγαν παραμύθια συνέχεια στα παιδιά και ένα από αυτά ήταν και αυτό. Όλοι το έλεγαν διαφορετικά αλλά πάλι το νόημα ήταν ένα :
ΝΑ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΣ ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΣΟΥ ΚΑΙ ΝΑ ΜΗΝ ΤΑ ΒΑΖΕΙΣ ΚΑΤΩ ΓΙΑΤΙ ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΘΑ ΤΟ ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΣΕΙΣ.

Τρίτη 8 Μαρτίου 2011

Καπουρτζούδη Χριστίνα "Ελπίδα"

«Ελπίδα»
 
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ Όσο κι αν δεν θέλω να θυμάμαι αυτή την ιστορία καλοί μου φίλοι θα πρέπει να τη μοιραστώ μαζί σας. Έχουν περάσει φυσικά
7 χρόνια, όμως αυτές οι εμπειρίες μένουν χαραγμένες στη μνήμη κάθε παιδιού για πάντα. Όλοι λένε πως τα παιδικά και εφηβικά χρόνια είναι τα καλύτερα της ζωής μας, γεμάτα ανεμελιά και παιχνίδια. Όπως κάθε μεγάλος σε αυτόν τον πλανήτη και τον κόσμο, φαντάζομαι κάνει λάθος.
Η ιστορία που ακολουθεί δεν αφορά δικές μου εμπειρίες, αλλά εμπειρίες μιας καλής μου φίλης. Της Ελπίδας. Κάθε μέρα δίναμε ραντεβού έξω από το σπίτι μου. Ερχόταν και με έπαιρνε πάντα μια ώρα πιο μπροστά από την ώρα του ραντεβού και ήταν πάντα τρομαγμένη και λαχανιασμένη. Γι’ αυτό κι εγώ της έβγαλα το παρατσούκλι Καπετάν Τρομάρας. Πού να ήξερα όμως γιατί ήταν έτσι!
Μια μέρα σαν τις άλλες η Ελπίδα δεν ήρθε στο ραντεβού. Έτσι πήρα την πρωτοβουλία να πάω σπίτι της, μήπως έπαθε κάτι. Το σπίτι της ήταν στη Σκοτεινή Λεωφόρο, ένα πολύ περίεργο και σκοτεινό μέρος. Δεν πήγαινα συχνά σπίτι της. Φοβόμουν. Και δεν ήμουν η μόνη. Έχω την εντύπωση πως και αυτή φοβόταν, αλλά ποτέ δεν αναρωτήθηκα γιατί. Μετά από κανένα δεκάλεπτο περπάτημα έφτασα στη
Σκοτεινή Λεωφόρο. Όλα τα σπίτια είχαν μαύρα παράθυρα, μαύρες κουρτίνες και πόρτες, που ίσα-ίσα διέκρινες κανένα θαμπό φως από καμιά χαραμάδα των μαύρων κατάμαυρων πατζουριών. Έπεφτα συνέχεια πάνω σε κολόνες και σχισμές του πεζοδρομίου. Κατάφερα να φτάσω στην είσοδο του σπιτιού της Ελπίδας ζωντανή, με όλα τα μέλη του σώματός μου στη θέση τους. Πάτησα το κουδούνι και ο τσιριχτός ήχος του θυροτηλέφωνου βούιξε σαν μέλισσα μέσα στα αυτιά μου.
-Την Ελπίδα θα ήθελα, η Άννα είμαι. Απάντησα όσο πιο γλυκά μπορούσα. -Είναι άρρωστη. Δεν μπορεί να σου μιλήσει καλή μου, είπε βιαστικά η μητέρα της. -Μήπως θα μπορούσα να της μιλήσω? -Λυπάμαι καρδιά μου, είναι πραγματικά εξαντλημένη. Θα τα πείτε και στο σχολείο, Άννα μου, όταν νιώσει καλύτερα, είπε η μητέρα της προσπαθώντας να με ξεφορτωθεί με ευγενικό τρόπο. -Εντάξει κυρία Γιαννούλα. Τα περαστικά μου πείτε της, είπα κι έφυγα. Ήξερα πως κάτι μου έκρυβε η μητέρα της. Ανυπομονούσα να τη δω τη Δευτέρα στο σχολείο για να μου τα πει όλα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ Η Δευτέρα έφτασε γρήγορα. Έβρεχε, οπότε με πήγε σχολείο η μητέρα μου με το αυτοκίνητο. Η Ελπίδα ήταν εκεί. Με χαλαρό ύφος, δίχως να θέλω να δώσω ιδιαίτερη βαρύτητα, τη ρώτησα για την αρρώστια της. Εκείνη ταράχτηκε και είπε πως δεν ήταν τίποτα. Φυσικά δεν την πίστεψα. Είμαι αρκετά έξυπνη για να καταλάβω πότε έχει πρόβλημα η κολλητή μου. Έτσι επέμενα. Αυτή τη φορά όμως με αυστηρότητα, τέτοια αυστηρότητα που μου θύμιζα τη μάνα μου. Τότε τρομοκρατήθηκα εγώ, αλλά κατάφερα να αποβάλλω αυτή τη φριχτή ομοιότητα από το μυαλό μου... 

Εκείνη μου απάντησε:
-Ωχ παιδάκι μου αλήθεια σου λέω τίποτα δεν έγινε! Φαινόταν ενοχλημένη με την επιμονή μου.
-Ελπίδα, κορίτσι μου δεν μπορείς να μου κρυφτείς. Σε ξέρω καλύτερα από τον καθένα!
-Πες μου τι συμβαίνει, θα σε καταλάβω και θα σε στηρίξω! Είπα
-Δεν καταλαβαίνεις τι γίνεται! Δεν μπορεί να αλλάξει τίποτα! είπε νευριασμένη πλέον.
-Θα σε καταλάβω γιατί είμαι φίλη σου!! Θα τα καταφέρουμε μαζί! Όπως πάντα!
Βουρκωμένη και φανερά ανήσυχη και ταλαιπωρημένη μου εξήγησε την ιστορία της.
Τα λόγια της συνοδεύονταν από αναστεναγμούς γεμάτους απόγνωση και τρόμο. Μπορεί να τα μεγαλοποιώ αλλά έτσι ένιωθα εκείνη τη στιγμή.
Εδώ και αρκετό καιρό κάποια παιδιά μεγαλύτερα από την ίδια την περιμένουν έξω από το σπίτι της, αλλά και έξω από το σχολείο για να τη δείρουν. Ως τώρα της έχουν ματώσει δυο φορές τη μύτη και της έχουν σπάσει το χέρι. Και όλα αυτά κάτω από τη μύτη μου!! Πώς και δεν το πήρα είδηση! Ειλικρινά απορούσα με τον εαυτό μου για αυτή μου την απροσεξία. Την απειλούν συνέχεια πως θα της κάνουν κι άλλο κακό για να πληρώσει για όσα τους έκλεψε ο αδερφός της. Θα τους τα επέστρεφε έλεγε τα λεφτά αλλά τελικά έφυγε με αυτά και δεν τον ξαναείδαν. Η μητέρα της δεν έχει τόσα λεφτά για να τους τα δώσει, αλλά ούτε και τη δύναμη να τους αντιμετωπίσει οπότε η Ελπίδα μένει μόνη. Μόνη και ανυπεράσπιστη. Χθες την περίμεναν έξω από το σπίτι της. Ήταν τρείς. Τα χτυπήματα πολλά και οι μελανιές ακόμα περισσότερες. Μου τις έδειξε. Η μέση της είχε ένα έντονο μοβ με μαύρο χρώμα. Ο δεξής της ώμος είχε γρατζουνιές και μώλωπες. Μόλις τα είδα και τα άκουσα όλα αυτά δάκρυσα. Ένιωθα και κάπως υπεύθυνη μπορώ να πω. Όμως ήξερα πως έπρεπε να κάνω κάτι γι’ αυτό, οπότε, μόλις τελείωσε το σχολείο, πήρα την Ελπίδα από το χέρι και πήγα σπίτι μου για να καταστρώσουμε ένα σχέδιο. Το σχέδιο Διάσωσης της Ελπίδας.
 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ Μόλις φάνηκε το σπίτι μου αρχίσαμε κι οι δυο το τρέξιμο και σε ένα λεπτό βρεθήκαμε στην είσοδο. Ο πατέρας, που άκουσε τον ήχο και τη βαβούρα που κάναμε με τα λαχανιάσματα μας είχε ήδη ανοίξει τη μεγάλη καφέ μας πόρτα. -Το φαγητό είναι έτοιμο! Ελπίδα κάτσε και φάε μαζί μας σήμερα. Θα συνεννοηθώ εγώ με τη μητέρα σου, πρότεινε ευγενικός ο μπαμπάς μου.
Ήταν η τέλεια δικαιολογία που μας έβγαλε και από τη δύσκολη θέση να σκεφτούμε κι άλλες. Έτσι είπαμε το εντάξει με ένα στόμα μια φωνή.
Αφού φάγαμε το υπέροχο φαγητό της μητέρας μου πήγαμε σφαίρα στο δωμάτιο μου. Καθίσαμε στο μαλακό ροζ κρεβάτι μου για να αποφασίσουμε τι θα κάνουμε.
Μετά από δύο ώρες καταλήξαμε τελικά σε ένα αξιοπρεπές και σίγουρο κατά τη γνώμη μας σχέδιο. Αύριο θα τους συναντούσαμε έξω από το σχολείο μιας και την περιμένουν πάντα εκεί. Ο πατέρας μου, αφού είναι και αστυνομικός, θα είναι κρυμμένος πίσω από τα δέντρα που υπάρχουν στη περίφραξη του σχολείου και θα παραμονεύει για να τους πιάσει στα πράσα να διαπράττουν τον εκφοβισμό ή ακόμα και να γίνονται βίαιοι εναντίον μας. Όταν λοιπόν γίνει αυτό, ο πατέρας θα εμφανιστεί και θα τους απειλήσει με σύλληψη! Έτσι αυτοί θα τρομάξουν, θα αφήσουν ήσυχη την Ελπίδα και θα γίνουν όλα όπως πριν.
Το είπαμε στον πατέρα και στην αρχή μας κατσάδιασε, γιατί του κρύψαμε την αλήθεια. Όταν φυσικά άκουσε το σχέδιο, συμφώνησε. Το μόνο που έμενε να κάνουμε ήταν να περιμένουμε να ξημερώσει η νέα μέρα. Η πιο σημαντική.
 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ
Η μέρα ξημέρωσε με άγχος και ανυπομονησία. Άγχος, γιατί φοβόμουν μήπως όλα πάνε λάθος και ανυπομονησία, γιατί δεν έβλεπα την ώρα να τελειώσουν όλα αυτά. Ετοιμάστηκα και περίμενα να περάσει από το σπίτι η Ελπίδα, πράγμα που δεν έγινε. Έτσι πήγα με τον μπαμπά μου να δούμε, γιατί άλλαξε γνώμη. Όταν φτάσαμε έξω από το σπίτι της στη Σκοτεινή Λεωφόρο, την είδαμε να κλαίει στα σκαλιά της εισόδου το σπιτιού της. Το κλάμα της ήταν σαν μοιρολόι και αντηχούσε σε όλο το δρόμο.
-Τι κάνεις Ελπίδα; Τι συμβαίνει;
-Φοβάμαι, δεν θα τα καταφέρουμε, είπε με κατεβασμένο το κεφάλι.
-Όλα θα πάνε καλά! Εγώ είμαι εδώ, είπε ο πατέρας μου στοργικά.
-Δεν είσαι μόνη σου πια, εμείς θα σε προστατέψουμε!, συμπλήρωσε.
-Εντάξει, θα έρθω, δήλωσε αποφασισμένη πλέον και σηκώθηκε να φύγουμε για το σχολείο.
Όταν με το καλό πλησιάσαμε ο πατέρας με αθόρυβες κινήσεις κρύφτηκε πίσω από τα δέντρα. Τα αγόρια ήταν εκεί. Περίμεναν την κατάλληλη στιγμή για να μας πειράξουν.
Καθώς πλησιάζαμε κρατώντας η μία το χέρι της άλλης ένας από αυτούς χαστούκισε την Ελπίδα. Τότε ξεπρόβαλλε ο πατέρας μου και άρχισε να τους μαλώνει και να τους απειλεί με σύλληψη. Εκείνοι φοβισμένοι άρχισαν να απολογούνται και να ορκίζονται πως θα μας αφήσουν ήσυχες. Ρίξαμε κάτι γέλια μόλις είδαμε τους νταήδες να κλαψουρίζουν, που μας πονούσε το στομάχι μισή ώρα.
Τελικά όλα φτιάξανε με το πέρασμα του χρόνου και ο φόβος καταπολεμήθηκε. Πλέον όλοι μας ζούμε χωρίς να φοβόμαστε και συνεχίζουμε να στηρίζουμε η μια την άλλη.
 

Δευτέρα 7 Μαρτίου 2011

Σκόντα Αναστασία "Κούλα, η πονεμένη ιστορία!!!"

Κούλα, η πονεμένη ιστορία!!!
 
Κεφάλαιο 1ο
 
Λίγα λόγια για την Κούλα
 
Η Κούλα ήταν ένα κορίτσι 17 χρονών και ζούσε στην πόλη των Γιαννιτσών. Πήγαινε γυμνάσιο ακόμα επειδή είχε μείνει σε 2 τάξεις. Ακόμα της άρεσε να βλέπει ταινίες του Χάρι Πότερ και αν και είναι περίεργο είχε διαβάσει όλα τα βιβλία της σειράς.
 Οι γονείς της, δύο καταπληκτικοί άνθρωποι, δούλευαν ώρες ατελείωτες για να μπορούν και να εξασφαλίζουν τα απαραίτητα, εφόσον η Κούλα σπαταλούσε χρήματα συνέχεια σε καινούρια ρούχα και παπούτσια. Όσες φορές και να την είχαν μαλώσει αυτή απλά τους αγνοούσε. Οι γονείς της είχαν καταλάβει ότι δεν μπορούσαν να κάνουν κάτι άλλο και γι’ αυτό ήλπιζαν πως κάποια μέρα η Κούλα θα καταλάβαινε  ότι ήταν πολυέξοδη και όταν αποκτούσε οικογένεια θα σταματούσε το ,όπως το έλεγε, shopping therapy.  
 Επίσης η Κούλα είχε ένα όνειρο, να γίνει δασκάλα. Όλοι φυσικά την κορόιδευαν λέγοντας της πως κάτι τέτοιο είναι αδύνατο. Εκείνη όμως δεν το έβαζε κάτω και επιδίωκε κάποια μέρα να μπει σε αίθουσα σχολείου όχι ως μαθήτρια αλλά ως εκπαιδευτικός.


 
Κεφάλαιο 2ο
 
Οι διακοπές της Κούλας
 
Ήταν καλοκαίρι και η Κούλα, εφόσον της το επέτρεψαν οι γονείς της, είχε κανονίσει να επισκεφτεί με τις φίλες της ένα από τα ωραιότερα  νησιά του Ιονίου, τη Ζάκυνθο. Ήταν κατενθουσιασμένη με αυτές τις διακοπές επειδή ήταν η πρώτη φορά που θα πήγαινε διακοπές με τις φίλες της.
Οι διακοπές της ξεκίνησαν τον Αύγουστο. Είχε ετοιμάσει  από την προηγούμενη  μέρα την βαλίτσα της και αισθανόταν πως αυτό το καλοκαίρι θα συνέβαινε κάτι το διαφορετικό, κάτι που θα σημάδευε τη ζωή της και θα δεν θα το ξεχνούσε ποτέ.
Το πρωί στις 2 Αυγούστου η Κούλα συναντήθηκε με τις φίλες της στο Κτελ. Είχαν συνεννοηθεί με ένα τουριστικό γραφείο να τις μεταφέρει στη Ζάκυνθο. Όταν έβαλαν όλες τις βαλίτσες τους στη μπαγκαζιέρα  του λεωφορείου επιβιβάστηκαν και ήταν έτοιμες να ζήσουν μια εμπειρία που νιώθεις για πρώτη φορά όταν πας διακοπές με τους φίλους σου.
Καθ’ όλη τη διάρκεια του ταξιδιού η Κούλα συζητούσε με τις φίλες της για το τι θα έκαναν όταν θα επισκέπτονταν τη Ζάκυνθο. Αν και υπήρχαν διαφωνίες στο ποιες παραλίες θα επισκέπτονταν τελικά κατέληξαν να επισκεφτούν  τη παραλία του Λαγανά όπου εμφανίζονταν οι θαλάσσιες χελώνες καρέτα καρέτα, το Ναυάγιο με τα γαλαζοπράσινα νερά και τις λευκές πέτρες και τον Μακρύ Γιαλό. Οι μέρες που θα κάθονταν στη Ζάκυνθο ήταν μόνο πέντε και έτσι δεν είχαν πολλές επιλογές. Ήθελαν να επισκεφτούν τα πιο ωραία μέρη αυτού του νησιού,  μέρη για τα οποία είχαν ακούσει καλά λόγια.
Αρχικά πέρασαν τον νομό Πέλλας και βρέθηκαν στον νομό Κοζάνης. Μετά από αρκετές ώρες έφτασαν στην Πελοπόννησο και από εκεί πήραν το πλοίο για να περάσουν στην απέναντι όχθη.
Αφού επιβιβάστηκαν στο πλοίο κάθισαν στην πλώρη του πλοίου. Ένα αεράκι ανακάτευε τα μαλλιά της Κούλας και αυτή χαρούμενη έβγαζε φωτογραφίες τις φίλες της και το γαλάζιο τοπίο που επικρατούσε γύρω της.
Μετά από μία ώρα σχεδόν κατέβηκαν από το πλοίο και ανακουφίστηκαν που έφτασαν σώες και αβλαβείς. Όταν παρέλαβαν τις αποσκευές τους πήραν ένα από τα πολλά ταξί που καρτερούσαν με ανυπομονησία να μεταφέρουν τουρίστες.
Το ξενοδοχείο στο οποίο είχαν κάνει κράτηση βρισκόταν στην Δροσιά. Έτσι μετά από λίγη ώρα το ταξί τους είχε μεταφέρει εκεί .
Η Κούλα όταν μπήκε στο ξενοδοχείο χάρηκε. Όσο περνούσε η ώρα όλο και περισσότερο ανυπομονούσε να ανακαλύψει τις ομορφιές του νησιού αλλά και να πραγματοποιήσει όλα εκείνα τα σχέδια που είχε κάνει με τις φίλες της.
Όταν μπήκαν στο δωμάτιο η Κούλα ξάπλωσε στο κρεβάτι και παρότρυνε τις φίλες της να κάνουν το ίδιο. Στη συνέχεια κοιμήθηκε επειδή ήδη ήταν βράδυ και αυτή εξαντλημένη. Την επομένη θα επισκέπτονταν την παραλία του Μακρύ Γιαλού.
Ένα χτύπημα από ξυπνητήρι και μετά μια χαρούμενη φωνή που φώναζε ‘’Ξυπνήστε!’’ χαρακτήριζαν το επόμενο πρωί. Η Κούλα αρχικά τρόμαξε αλλά μετά συνειδητοποίησε τι είχε συμβεί και έτσι σηκώθηκε από το κρεβάτι.
-Βγείτε από το μπάνιο όλες! είπε η Κούλα και με μια αστραπιαία κίνηση πήρε το μαγιό της και κατευθύνθηκε στο μπάνιο.
Έτσι ετοιμάστηκε και ακολούθησε τις φίλες της που είχαν κατέβει ήδη στην αίθουσα όπου σερβιριζόταν το πρωινό. Αφού πήρε ένα δίσκο και έβαλε το πρωινό της κάθισε στο τραπέζι και είπε:
-Λοιπόν είστε έτοιμες; Σήμερα είναι η πρώτη μέρα που θα πάμε σε μια παραλία μόνες, χωρίς γονείς.
Και τότε όλες αναφώνησαν με μία φωνή:
-Ναιιιιιιιιιιιιι!!!!!!
Έπειτα πήραν όλες μαζί πρωινό και συζήτησαν τι θα έκαναν!
Για τη μεταφορά τους στην πόλη είχαν νοικιάσει ένα μικρό αυτοκίνητο, το οποίο θα το οδηγούσε η μεγαλύτερη της παρέας. Η Κούλα κρατούσε έναν τοπικό χάρτη και έδινε οδηγίες:
-Στρίψε δεξιά! Όχι όχι αριστερά και μετά δεξιά! και όλες γελούσαν.
Τελικά μετά κόπων και βασάνων έφτασαν στον Μακρύ Γιαλό. Η Κούλα κρατώντας ένα στρώμα θαλάσσης και μια ψάθα έτρεξε στην παραλία που ήταν γεμάτη πέτρες, όπως άλλωστε και όλες οι παραλίες τις Ζακύνθου, και είπε με τσιριχτή φωνή:
-Επιτέλους!!!!!!
Η Κούλα και οι φίλες της, εφόσον έστρωσαν τις ψάθες και έβαλαν την ομπρέλα θαλάσσης, έβαλαν αντηλιακό. Αρχικά έκαναν ηλιοθεραπεία αλλά σε κάποια στιγμή η Κούλα κάηκε από τις καυτές ακτίνες του ήλιου και γι’ αυτό μπήκε στην αρκετά κρύα θάλασσα. Το παράδειγμα της ακολούθησαν και οι φίλες της.
Όταν χόρτασαν το κολύμπι και τις βουτιές τα κορίτσια, εκτός από την Κούλα που δεν ήξερε κολύμπι και καθόταν στα ρηχά, βγήκαν έξω και σκουπίστηκαν με τις πετσέτες. Αργότερα αποφάσισαν να παίξουν beach volley αλλά τελικά κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι το βόλλεϊ ήταν επίπονο και όχι διασκεδαστικό, επειδή πατούσαν πάνω στις καυτές πέτρες και δεν μπορούσαν να κινηθούν με ευκολία. Γι’ αυτόν τον λόγο είπαν να αναβάλλουν το βόλλεϊ για κάποια άλλη φορά και να πάνε σε μία ταβέρνα για να δειπνίσουν.
Αφού χόρτασαν και από φαγητό μάζεψαν την ομπρέλα και τις ψάθες και πήραν τον δρόμο της επιστροφής.
Στο ξενοδοχείο έφτασαν απόγευμα, εφόσον αντί για GPS προτίμησαν και πάλι την Κούλα. Σημασία είχε ότι διασκέδαζαν αλλά και ότι περιηγήθηκαν στην δυτική πλευρά του νησιού ενώ η Δροσιά βρισκόταν στην ανατολική.
Μετά από μια εξαντλητική μέρα και αφού έκαναν μπάνιο στο ξενοδοχείο κατά τις 8 το βράδυ πήγαν στο εστιατόριο,  που βρισκόταν στην πίσω αυλή. Τότε η Κούλα τις πρότεινε να κάνουν μια βόλτα έτσι ώστε να γνωρίσουν λίγο καλύτερα το νησί.
Κατά την διάρκεια της βόλτας τους είδαν πολλά μαγαζιά αλλά και πολλούς ανθρώπους. Ψώνισαν, γέλασαν, διασκέδασαν και κάθισαν για λίγο στην πλατεία της πόλης. Ακόμα πήγαν σε ένα κλαμπάκι και τελικά κατά τις 2 το βράδυ αισθάνθηκαν κουρασμένες και γύρισαν στο ξενοδοχείο. Έτσι τέλειωσε και η δεύτερη μέρα των διακοπών. Τους είχαν απομείνει άλλες τρεις.
Πρωί της τρίτης μέρας, για την ακρίβεια μεσημέρι, και τα κορίτσια ξύπνησαν με διάθεση για μια μέρα γεμάτη διασκέδαση. Εφόσον είχε τελειώσει η ώρα που σέρβιραν το πρωινό τα κορίτσια αγόρασαν το πρωινό τους από τον διπλανό φούρνο και ανέβηκαν στο αυτοκίνητο με προορισμό την παραλία του Λαγανά.
Καθώς κατευθύνονταν στην αμμουδιά, τους σταμάτησε μια οργάνωση που προστάτευε αυτό το είδος των χελωνών και τις ενημέρωσε πως έπρεπε να αποχωρήσουν από την παραλία πριν από την δύση του ηλίου, επειδή τότε εμφανίζονταν οι χελώνες. Η Κούλα εκτός των άλλων ήταν και ζωόφιλη και γι’ αυτό τους διαβεβαίωσε ότι θα ακολουθούσαν τις συμβουλές τους.


 
Κεφάλαιο 3ο
 
Η Κούλα σε κίνδυνο!
 
Η Κούλα ύστερα από αυτήν την ενημέρωση κατευθύνθηκε προς την παραλία όπου υπήρχαν ήδη τοποθετημένες ξαπλώστρες και ομπρέλες.
-Να επιστρέψουμε τις ομπρέλες και τις ψάθες στο αμάξι. Δεν θα μας χρειαστούν. ενημέρωσε τις φίλες της.
Επιστρέφοντας η Κούλα παρατήρησε πως πιο κάτω υπήρχαν θαλάσσια ποδήλατα, με τα οποία μπορούσαν να πάνε στα βαθιά της θάλασσας και να δουν θαλάσσιες χελώνες. Όλα τα κορίτσια συμφώνησαν και έτσι νοίκιασαν ένα για τις θαλάσσιές τους εξορμήσεις.
Μπροστά, στα πηδάλια, κάθισε η Κούλα και μια από τις τέσσερις φίλες της. Πέρασαν 20 λεπτά και η Κούλα τις ανακοίνωσε πως κουράστηκε και τότε άλλαξε θέση με μια φίλη της. Πέρασαν άλλα 10 λεπτά και:
-Μια χελώνα κορίτσια! φώναξε η Κούλα.
Όλες γύρισαν και είδαν μία πελώρια χελώνα να βρίσκεται δίπλα στο θαλάσσιο ποδήλατό τους.
-Κούλα βγάλε φωτογραφία την χελώνα! την παρακίνησαν οι φίλες της.
-Δεν μπορώ από εδώ θα πάω πιο κοντά. είπε
Και τότε για να βγάλει μια φωτογραφία έσκυψε τόσο πολύ που τελικά ακούστηκε ένα πλουφ! Ήταν η Κούλα που είχε πέσει στην θάλασσα.
-Δεν ξέρω κολύμπι! είπε η Κούλα
-Πιάσου από το χέρι μου! της παρότρυνε μια φίλη
Όμως η Κούλα εκείνη τη στιγμή είχε <<παγώσει>>. Δεν ήξερε τι να κάνει. Ήταν έτοιμη για τα χειρότερα.
 
              
Κεφάλαιο 4ο
Η διάσωση
 
Τα κορίτσια βλέποντας την Κούλα να τα έχει <<χάσει>>  τρομοκρατήθηκαν. Μη ξέροντας τι να κάνουν είδαν από μακριά κάποια αγόρια να κάνουν και εκείνα θαλάσσιο ποδήλατο.
-Βοήθεια! Βοήθεια! Η φίλη μας έπεσε στην θάλασσα και δεν ξέρει κολύμπι! πήρε το θάρρος και είπε ένα κορίτσι.
Τότε ένα από τα αγόρια βούτηξε και κατευθύνθηκε προς το μέρος της Κούλας.
-Πρέπει να είναι κολυμβητής. υπέθεσε η Κούλα που μισοέβλεπε ανάμεσα από τα κύματα το αγόρι να καταφτάνει με μεγάλη ταχύτητα.
Λίγη ώρα σιωπής και ύστερα:
-Σ’ έπιασα! ακούστηκε το αγόρι που είχε πιάσει την Κούλα και την είχε ανεβάσει στο ποδήλατο.
Η Κούλα τότε άρχισε να βήχει, είχε πιει πολύ νερό άλλωστε την ώρα που ήταν στην θάλασσα.
-Είσαι καλά; ρώτησε το αγόρι
-Ναι πολύ καλύτερα από εκεί! Ευχαριστώ! απάντησε η Κούλα.
-Πώς σε λένε; την ρώτησε το αγόρι.
-Κούλα. είπε
Ήταν η πρώτη φορά που αισθανόταν την καρδιά της να χτυπά τόσο δυνατά. Αυτό δεν οφειλόταν φυσικά στο ατύχημα που είχε. Αυτός ο χτύπος διέφερε από κάθε άλλο χτύπο. Ήταν όπως τον χτύπο που έχεις όταν βρίσκεσαι σε αμηχανία, όπως τον χτύπο του έρωτα.
Ύστερα από λίγο συνέχισε:
-Εσένα πως σε λένε;
-Σπύρο. απάντησε το αγόρι με ένα χαμόγελο. Αλήθεια πώς έπεσες στην θάλασσα;
Στη συνέχεια η Κούλα του διηγήθηκε τι είχε μεσολαβήσει ενώ ταυτόχρονα τα κορίτσια έκαναν πηδάλι. Μετά από λίγα λεπτά βρέθηκαν και πάλι στην αμμουδιά και γεμάτη χαρά η Κούλα ανακοίνωσε πως δεν θα έμπαινε ποτέ σε θάλασσα τόσο βαθιά, ειδικά με ποδήλατο.
-Λοιπόν Κούλα ελπίζω να τα ξαναπούμε! Χάρηκα για την γνωριμία. είπε ο Σπύρος και με ένα χαμόγελο έφυγε.


 
Κεφάλαιο 5ο
 
Ο έρωτας της Κούλας
 
-Ερωτεύτηκα! ανακοίνωσε στα κορίτσια η Κούλα
Τα κορίτσια μπερδεμένα ανέβηκαν στο αυτοκίνητο και της είπαν ότι θα το συζητούσαν στο ξενοδοχείο.
Καθώς βρίσκονταν στον δρόμο για το ξενοδοχείο η Κούλα κοιτούσε σαν να ήταν χαμένη σε έναν άλλο κόσμο. Οι φίλες της παρ’ όλες τις προσπάθειες που κατέβαλλαν δεν κατάφεραν τίποτα. Μόνο όταν έφτασαν στο δωμάτιο και ρώτησε μία:
-Για πες λοιπόν τί έγινε με τον Σπύρο; Ξεκίνησε να μιλάει.
-Είναι από εδώ και είναι ένα χρόνο μεγαλύτερός μου!
-Και σπουδάζει ιατρική, ε ;
-Ναι, σπουδάζει ιατρική! Στο Λονδίνο!
-Το ακούσαμε! Και εμείς ήμασταν μαζί σου αν θυμάσαι. απάντησαν όλες μαζί.
-Α ναι. Το είχα ξεχάσει.
-Και τί θα κάνεις;
-Δεν ξέρω. Το μόνο που ξέρω είναι που μένει.
-Αύριο πρωί πρωί θα τον επισκεφτούμε τότε!
-Αλήθεια; Κορίτσια είστε πραγματικές φίλες.
-Καληνύχτα, αύριο έχουμε να ξυπνήσουμε νωρίς.
-Καληνύχτα! Ευχήθηκε η Κούλα και με το που έκλεισε τα μάτια της την πήρε ο ύπνος.


 
 
 
Κεφάλαιο 6ο
Η συνάντηση Κούλας-Σπύρου
 
Πρωί πρωί της τέταρτης μέρας των διακοπών ακούστηκε μια φωνή:
-Άντε κορίτσια ξυπνήστε! 8 πήγε!
Ήταν η Κούλα που από τον ενθουσιασμό της είχε ήδη ντυθεί και τραβούσε τις φίλες της να σηκωθούν απ’ το κρεβάτι.
Πέρασε ένα μισάωρο και η Κούλα δεν άντεχε άλλο:
-Άντε κορίτσια ακόμα να ετοιμαστείτε;
-Φύγαμε! της ανακοίνωσαν τα κορίτσια και η Κούλα ησύχασε.
Τα κορίτσια αφού μπήκαν στο αυτοκίνητο ρώτησαν την Κούλα:
-Πού είπες πως μένει;
-Στις Αλυκές!
-Οκ σε 10 λεπτά το πολύ θα έχουμε φτάσει!
10 λεπτά ησυχίας. 10 λεπτά ατελείωτα ακολούθησαν. Η καρδιά της Κούλας χτυπούσε όλο και περισσότερο. Ήξερε ότι σε λίγο θα βρισκόταν κοντά του.
-Εδώ μένει! Ακούστηκε η Κούλα.
-Ωραία! Κατέβα ντε τι περιμένεις; Την παρακίνησαν τα κορίτσια.
Η Κούλα πήρε μια βαθιά αναπνοή και:
-Καλή τύχη Κούλα! Είμαστε μαζί σου! Της ευχήθηκαν.
Αυτά σκεφτόταν η Κούλα. Παράλληλα ο Σπύρος βρισκόταν στο δωμάτιό του όταν κοίταξε από το παράθυρο:
-Ωχ, η Κούλα! Τι να κάνω τώρα; Δεν προλαβαίνω να φύγω! Θα ανοίξω την πόρτα και ας γίνει ότι είναι να γίνει!
 
<<Ντρινννννννννν>> ακούστηκε το κουδούνι της πόρτας του σπιτιού του Σπύρου.
 
-Αργεί να ανοίξει την πόρτα. Σκέφτηκε η Κούλα.
Τότε όμως από εκεί που δεν το περίμενε, ο Σπύρος άνοιξε την πόρτα.
-Επ, τι κάνεις; Πώς κι από δω;
-Σκέφτηκα πως θα είχες λίγο χρόνο να με ξεναγήσεις στο νησί. Τί λες;
-Εμ, ναι γιατί όχι; Περίμενε μόνο να πάρω τα κλειδιά του αυτοκινήτου.
-Οκ!
Με μία αστραπιαία κίνηση ο Σπύρος πήρε τα κλειδιά από το τραπέζι ενώ σκεφτόταν:                                
Επεξήγηση με σύννεφο: Τί να με θέλει άραγε; Πάντως δεν πιστεύω να ήρθε  μόνο για βόλτα. 
cartoon_boy.gif
 
 
 
 
-Έτοιμος. Λοιπόν; Πάμε;
-Ναι. Πού θα με πας; Αχ πάμε στην παραλία όπου πρωτογνωριστήκαμε;
-Εεεε ναι. Είπε ο Σπύρος ενώ ταυτόχρονα σκεφτόταν:
-Κάτι δεν πάει καλά! Για κάποιον άλλο λόγο ήρθε. Όμως για τι;
-Περάστε! Είπε ο Σπύρος όταν άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου και η Κούλα ανταπέδωσε με ένα χαμόγελο.
Μπήκε και ο Σπύρος στο αμάξι και η Κούλα άνοιξε το ραδιόφωνο.
 
 
-Δεν πιστεύω να σε πειράζει; Ρώτησε η Κούλα που είχε βάλει έναν σταθμό με ερωτικά τραγούδια και τα σιγοτραγουδούσε.
-Όχι, καθόλου. Είπε ο Σπύρος ενώ είχε αρχίσει να υποψιάζεται ότι η Κούλα μάλλον τον είχε ερωτευτεί.
 
Έφτασαν στην παραλία του Λαγανά και η Κούλα αναφώνησε:
-Να ‘μαστε πάλι!
-Κούλα πάω να πάρω καφέ θέλεις τίποτα;
-Ναι θα ‘θελα ένα milkshake.
-Απορώ αυτό το milkshake το είχε και στο χωριό της; Σκεφτόταν ο Σπύρος ενώ κατευθυνόταν προς μια καφετέρια.
423.jpg-Τώρα τί να κάνω; Σκεφτόταν η Κούλα που είχε μείνει στην παραλία. Πρέπει να κάνω κάτι για να του δείξω πως τον αγαπώ. Το βρήκα! Είπε χαρούμενη η Κούλα.
-Αυτή η καρδιά είναι ο τρόπος με τον οποίο θα του δείξω πως αισθάνομαι κάτι! Σκέφτηκε.
-Ήρθα! Ε Κούλα τί είναι αυτό;
-Σπύρο θα σου μιλήσω ειλικρινά. Από τη μέρα που σε γνώρισα σε σκέφτομαι συνέχεια! Αυτός είναι ένας τρόπος για να σου δείξω την αγάπη μου!
-Ναι Κούλα μου νομίζω πως πρέπει να μιλήσουμε γιατί μάλλον παρεξήγησες μερικά πραγματάκια!
-Όπως; Τί δεν σου άρεσε η καρδιά; Θα σου φτιάξω κι άλλες! Πολλές!
-Δεν με απασχολεί η καρδιά που έφτιαξες.
 - Ε τότε τί;
-Κοίτα επειδή σε έσωσα δεν σημαίνει πως τα φτιάξαμε! Δεν λέω είσαι καλή, χρυσή αλλά….
-Αλλά τί; Δεν σου αρέσω;
-Ακόμα είσαι μικρή και πας σχολείο. Εγώ σπουδάζω στο Λονδίνο. Δεν μπορούμε να είμαστε μαζί.
-Θα παρατήσω το σχολείο. Αυτός ο έρωτας ποτέ δεν θα πεθάνει.
-Εκτός αυτού Κούλα η αλήθεια είναι πως δεν μου αρέσεις. Συγγνώμη αλλά δεν μου άφησες άλλο περιθώριο.
-Και στο ποδήλατο που ήμασταν και μιλούσαμε; Όταν μου είπες που έμενες μου έκλεισες το μάτι. Γιατί;
-Α εκείνο λες; Είχε ήλιο και δεν μπορούσα να δω καλά. Λυπάμαι αν το παρεξήγησες.
-Δηλαδή δεν με θέλεις;
-Όχι. Εξάλλου έχω ήδη σχέση με μια Ρούλα.
-Τί Κούλα τί Ρούλα; Παράτα τη και εγώ θα σε συγχωρήσω που πήγες με άλλη!
-Κούλα σύνελθε! Δεν σε θέλω πως το λένε; Σε τι γλώσσα θες να σου το πω; I don’t want you! We are over!
-No we aren’t.
- Θα συνεχιστεί πολύ αυτό; Αντίο!
-Όχι, μη φεύγεις ανυπέρβλητε έρωτά μου!
-Κούλα είναι απλώς μια εμμονή. Θες την ιατρική μου συμβουλή; Πάνε σπίτι με το καλό, βγες έξω και γνώρισε κανένα στην ηλικία σου και που θα τραβάει την ίδια τρέλα με σένα! Αντίο!
-Κι αν δεν πιάσει;
-Πάρε αυτό το κουτάκι με τα χάπια και πιες τα όλα μαζεμένα. Θα αισθανθείς πολύ καλύτερα! Αντίο! Ή αν προτιμάς au revoir!
 
Είχε φύγει. Η Κούλα το είχε πάρει απόφαση. Παρά τις μάταιες προσπάθειές της να τον μεταπείσει εκείνος έφυγε. Σκέφτηκε:
-Το γαϊδούρι!
Τότε κάλεσε ένα ταξί και επέστρεψε στο ξενοδοχείο.
-Τί έγινε; Τί σου είπε;
-Μου είπε ότι ακόμα και αν βλέπει όλο το μέλλον του στα μάτια μου πως δεν μπορούμε να ‘μαστε μαζί, γιατί μου αξίζει κάποιος καλύτερος.
-Και εσύ; Τί έκανες;
-Του είπα ‘’Mωρό μου bye’’ και του τραγούδησα ‘’τα περαστικά μου παλιέ έρωτά μου και στην αγκαλιά μου μην έρθεις ξανά. Τα περαστικά μου και πίνω στην υγειά μου. Σ’ έχω ξεπεράσει και είμαι καλά!’’
-Και εκείνος;
-Έφυγε και ένα δάκρυ κυλούσε στο μάγουλό του.
-Α ρε Κούλα όλοι σέρνονται στα πατώματα για χάρη σου!
-Ε καλά! I’m fabulous! I know that! Είπε η Κούλα από ντροπή στις φίλες της.
 
 



Κεφάλαιο 7ο
 
Το τέλος αυτής της πονεμένης ιστορίας
 
Πλέον είχε φτάσει η μέρα της αναχώρησης. Η Κούλα ήταν λυπημένη κι ας προσπαθούσαν οι φίλες της να ανατρέψουν αυτή τη κατάσταση, χωρίς να ξέρουν τον λόγο. Αυτή άλλωστε είχε παρατήσει τον Σπύρο, όπως τις είχε πει. Αφού μάζεψαν τα πράγματά τους πήγαν στο λιμάνι. Μετά από πολλές ώρες ταξιδιού τελικά έφτασαν στο σπίτι τους η καθεμία.
Η μαμά της Κούλας κατάλαβε πως κάτι είχε η κόρη της, παρ’ όλα αυτά απέφυγε να την ρωτήσει τι είχε πάθει. Δεν ήταν όπως τις άλλες φορές που έπαιρνε ένα κακό βαθμό στο σχολείο. Ήταν κάτι πιο έντονο. Κάτι που η μαμά της αποφάσισε να την αφήσει να το ξεπεράσει μόνη της. Όποτε προσπαθούσε να ενδιαφερθεί συνέβαινε το ακόλουθο:
-Κούλα παιδί μου είσαι καλά;
-Go away! Leave me alone!
-Ό,τι πεις παιδί μου!
Από τότε η Κούλα κάθε φορά που κρατούσε στα χέρια της το κουτάκι με τα χάπια  και άκουγε το τραγούδι ‘’Είναι καλοκαίρι και κρυώνω’’ , ένα τραγούδι με βαθύ νόημα, θυμόταν εκείνη την ημέρα. Σκεφτόταν μάλιστα να ακολουθήσει τη συμβουλή του Σπύρου . Παρ’ όλα αυτά σκεφτόταν:
-Κι αν κάποια μέρα γυρίσει και με ψάξει απεγνωσμένα;
Ο Σπύρος απ’ την άλλη είχε βρει την ησυχία του. Είχε γυρίσει στο Λονδίνο όπου συζούσε με την Ρούλα. Από εκείνη την ημέρα αποφάσισε να μην επισκεφτεί ποτέ ξανά την Ζάκυνθο. Πίστευε πως ήταν ένα μέρος που θα του θύμιζε για πάντα εκείνη την παρανοϊκή ημέρα.
ΤΕΛΟΣ